Write on Παρασκευή, 28 Οκτωβρίου 2016 Κατηγορία ΙΣΤΟΡΙΑ
Γράφει ο Γιώργος Λαμπράκης

Στις 28 Οκτωβρίου γιορτάζει η Ελλάδα! Για έννοιες ξεχασμένες και καλά κρυμμένες πίσω από τη σκόνη που σηκώνει το ασαφές κυνηγητό μιας χώρας με την ίδια της την ουρά, με την κρίση ταυτότητας που περνάει ο λαός, ο οποίος έχει τεράστιες ευθύνες για το σημερινό αδιέξοδο.

Στις 28 Οκτωβρίου 1940, ολόκληρο το Έθνος έβαλε στην άκρη τα μίση, τα πάθη της εποχής ανέβηκε τα βουνά της Ηπείρου και της Αλβανίας. Η σκληρή και οργανωμένη προετοιμασία που ξεκίνησε με γοργούς ρυθμούς το 1936 από τον Ιωάννη Μεταξά και την τότε στρατιωτική ηγεσία, υπό την απειλή μιας νέας παγκόσμιας σύρραξης, μετρήθηκε και αξιολογήθηκε τελικά στα πεδία των μαχων. Οι Έλληνες προετοιμάστηκαν γι αυτό που ολόκληρη η Ευρώπη έβλεπε ως εφιάλτη από τα μέσα της δεκαετίας του '30 να έρχεται...

Στις 28 Οκτωβρίου 1940 βρέθηκαν στο ίδιο χαράκωμα άνθρωποι που μέχρι και 24 ώρες πριν μπορεί να τους χώριζαν πολλά (σε επίπεδο κοινωνικής τάξης, μορφωτικού επιπέδου, πολιτικών απόψεων) όμως την κρίσιμη στιγμή ενώθηκαν για το καλό της πατρίδας μας. Δεν συνωστίσθηκαν στα βουνά της Αλβανίας, ούτε φαν του χειμερινού τουρισμού ήταν, γιατί μπορεί κάποια στιγμή να το διαβάσουμε κι αυτό...

Αυτούς τους ανθρώπους σκεφτόμαστε και τιμάμε σε κάθε ανάλογη επέτειο, αυτούς τους ήρωες που έπεσαν στα πεδία των μαχών, που λαβώθηκαν στην ψυχή και στο σώμα και τους πολεμιστές της Αλβανίας που ανοίγουν της παρελάσεις, άλλοι με ένα πόδι ή σε αναπηρικά αμαξίδια, το ίδιο περήφανοι όμως όπως και τότε... Οι  - λίγοι πλέον εν ζωή - βετεράνοι πολεμιστές του '40 θα πρέπει να αποτελούν παράδειγμα έμπνευσης, θάρρους και αυταπάρνησης.

Στη μεγάλη στρατιωτική παρέλαση που θα πραγματοποιηθεί στη Θεσσαλονίκη, αλλά και σε κάθε γωνιά της Ελλάδας, οι άνδρες και οι γυναίκες των Ενόπλων Δυνάμεων αξίζουν το πιο ζεστό χειροκρότημα. Το τελευταίο διάστημα (και όχι μόνο) έδειξαν μέσα από τις ασκήσεις και τις ρεαλιστικές εκπαιδευτικές τους δραστηριότητες πως υπάρχει μια άλλη Ελλάδα.
Ας τους τιμήσουμε όπως πρέπει...

Δείτε στο παρακάτω βίντεο, από το National Geographic, την Εποποιία του 1940-1941, ανεβείτε με τους στρατιώτες στα κακοτράχαλα χιονισμένα βουνά και γνωρίστε τις χρυσές σελίδες δόξας των ελληνικών όπλων:

Κάντε Like στη σελίδα μας στο facebook και ακολουθείστε μας στο Twitter

Write on Τρίτη, 27 Οκτωβρίου 2015 Κατηγορία ΙΣΤΟΡΙΑ
Γράφει ο Δρ Ιωάννης Παρίσης, Υποστράτηγος ε.α., Διδάκτωρ Πολιτικής Επιστήμης

Το 1914, κατά τη διάρκεια του 1ου Παγκοσμίου Πολέμου, ο Γαλλικός Στρατός, με αρχιστράτηγο τον στρατηγό Ζόφρ, νίκησε του Γερμανούς στην πρώτη Μάχη του Μάρνη. Η γαλλική νίκη απεδόθη, κατά ένα μέρος, στην καθοριστική παρέμβαση, στην κρίσιμη στιγμή, του στρατιωτικού διοικητή των Παρισίων στρατηγού Γκαλενί. Μετά τον πόλεμο προκλήθηκε μεγάλη συζήτηση για το ποιος ήταν εκείνος που κέρδισε τη μάχη. Σε μια δημόσια παρουσία, όταν ρωτήθηκε ο Ζοφρ ποιος κέρδισε τη μάχη, ο ίδιος ή ο Γκαλενί, απάντησε: «Δεν γνωρίζω ποιος κέρδισε τη μάχη. Μπορώ όμως μετά βεβαιότητος να σας πω, ότι αν την χάναμε, εκείνος που θα την έχανε θα ήμουν εγώ.»

Ο ρόλος της Ηγεσίας είναι σε κάθε περίπτωση, καθοριστικός. Κυρίως όμως σε καταστάσεις δύσκολες, όπως είναι ο πόλεμος, αφού δική της δουλειά είναι η προπαρασκευή λαού και στρατού, καθώς και η σχεδίαση και διεξαγωγή των επιχειρήσεων. Οπωσδήποτε, το φρόνημα και ο ηρωισμός του μαχητή αποτελούν καταλυτικούς παράγοντες της νίκης. Όμως, η Ηγεσία είναι εκείνη που κερδίζει ή χάνει τον πόλεμο. Και φυσικά εκείνη έχει την ευθύνη σε περίπτωση αποτυχίας.

Ηθικό – Φρόνημα – Ηγεσία

Η 28η Οκτωβρίου έχει καταγραφεί στην εθνική συνείδηση και την εθνική μνήμη ως το νεότερο έπος του Ελληνισμού. Τον Οκτώβριο του 1940, όταν ξέσπασε ο πόλεμος, και ιδιαίτερα τον Νοέμβριο, μετά τις πρώτες πολεμικές επιτυχίες, η Ελλάδα ολόκληρη μέθυσε, ο αγώνας έλαβε μια διάσταση επική, χάρη στον ενθουσιασμό στρατού και λαού. Ωστόσο, στις ενθουσιώδεις περιγραφές παρεισέφρησαν και ανακρίβειες. Οι απλοί Έλληνες πίστεψαν, ότι οι φαντάροι μας κυνήγησαν τις «οκτώ εκατομμύρια λόγχες» των «δειλών» Ιταλών με... πέτρες και τσαρούχια! Όπως έλεγαν τα τραγούδια και όπως έδειχναν και οι γελοιογραφίες της εποχής.

Κατά τις τελευταίες δεκαετίες, πολιτικές σκοπιμότητες ήρθαν να προσθέσουν αμφισβητήσεις και να προκαλέσουν σύγχυση, κυρίως στους νεωτέρους που δεν είχαν επαρκή γνώση των πραγματικών γεγονότων. Ειπώθηκε, επίσης, μεταξύ άλλων, ότι ο Μεταξάς είπε ένα «ψιθυριστό» ΟΧΙ, συρόμενος από τα γεγονότα, ότι η αμυντική προετοιμασία της χώρας ήταν ανεπαρκής, ότι η στρατιωτική ηγεσία ήταν ανίκανη ή διαβρωμένη από ηττοπαθείς, και τέλος, ότι εκείνο το οποίο απέκρουσε τους εισβολείς ήταν το «αντιφασιστικό μένος» του λαού! Είναι όμως αυτή η πραγματικότητα;

Πριν προχωρήσω, θεωρώ χρήσιμο να κάνω μια επισήμανση, που συνήθως διαφεύγει από πολλούς και προκαλεί κάποια σύγχυση. Κάθε χρόνο, κατά την επέτειο του ΟΧΙ, ακούμε να επαναλαμβάνεται από διαφόρους – εκ προθέσεως ή από αφέλεια– ότι «η Ελλάδα είπε ΟΧΙ στον φασισμό» ή ότι «οι Έλληνες πολέμησαν εναντίον του φασισμού». Τίθεται εν προκειμένω το εύλογο ερώτημα: δηλαδή αν ο εχθρός είχε δημοκρατικό πολίτευμα θα τον αφήναμε να περάσει; Λάθος λοιπόν! Η Ελλάδα το 1940 πολέμησε έναν εχθρό, έναν ξένο εισβολέα που της επιτέθηκε και απείλησε την εδαφική της ακεραιότητα, χωρίς να του ζητήσει... πιστοποιητικό κοινωνικών φρονημάτων!!! Θα έλεγε ΟΧΙ οποιοσδήποτε κι αν ήταν ο εισβολέας.

Σήμερα, εβδομήντα πέντε χρόνια μετά, θα ήταν χρήσιμο και σκόπιμο να προβούμε σε κάποιες εκτιμήσεις και επισημάνσεις για τον ρόλο της Ηγεσίας στη μεγάλη αυτή εθνική νίκη. Διότι «χωρίς ηγεσία δεν ευδοκιμεί η Πολιτεία» σημειώνει ο Κ. Τσάτσος. «Την πρώτη ευθύνη την έχει ο ηγέτης που πρέπει να οδηγήσει το λαό».

Μέχρι τον Οκτώβριο του 1940, οι Σύμμαχοι στην Ευρώπη είχαν γνωρίσει μόνο καταστροφές. Η ελληνική νίκη προκάλεσε παγκόσμια κατάπληξη. Πολλοί την αποκάλεσαν θαύμα. Η πραγματικότητα όμως είναι ότι ο Ιταλικός Στρατός δεν ήταν εύκολος αντίπαλος. Προ πάντων δεν ήταν ένα στράτευμα «δηλών» και «φαιδρών» όπως τους παρουσίαζαν οι γελοιογραφίες της εποχής, ούτε φυσικά ήταν οι «γελοίοι» των τραγουδιών και των επιθεωρήσεων.

Αναμφισβήτητα, οι γελοιογραφίες, τα άσματα και οι θεατρικές παραστάσεις αποτέλεσαν χρήσιμα μέσα για την τόνωση του ηθικού των ημετέρων, και ορθότατα η τότε Ηγεσία τα χρησιμοποίησε στο πλαίσιο της δημιουργίας κλίματος ευφορίας, ενθουσιασμού, πίστης στη νίκη. Οφείλουμε όμως να επισημάνουμε ότι, και αυτές ακόμη οι ψυχολογικού τύπου δράσεις, εκτός από τον αυθορμητισμό κάποιων καλλιτεχνών, υλοποιούνταν στο πλαίσιο σχεδιασμού εκ μέρους της Ηγεσίας.

Από την πλευρά της, βεβαίως, η στρατιωτική Ηγεσία δεν μπορούσε να στηρίζεται σ' αυτά, κατά την εκτίμηση της σχετικής μαχητικής ισχύος. Γνώριζε πολύ καλά τα πραγματικά στοιχεία ισχύος και με βάση αυτά σχεδίαζε. Διότι η νίκη είναι αποτέλεσμα ορθής, λεπτομερούς, επίπονης και δαπανηρής σχεδιάσεως και προετοιμασίας και μιας επιδέξιας διεξαγωγής των πολεμικών επιχειρήσεων, ή ορθότερα μιας περισσότερο επιδέξιας διεξαγωγής από εκείνην του αντιπάλου.

Επιπλέον το ηθικό και το φρόνημα δεν είναι έννοιες αυθύπαρκτες. Καλλιεργούνται, αναπτύσσονται και συντηρούνται ώστε να παραμένουν στο υψηλότερο δυνατό επίπεδο. Είναι αποτέλεσμα συστηματικής προσπάθειας, επιτυχημένης κυβερνητικής πολιτικής, εσωτερικής συνοχής και καταλλήλων χειρισμών της στρατιωτικής Ηγεσίας. Αυτά όλα υπήρξαν το 1940 και συνετέλεσαν αποφασιστικά στην τόνωση του αναμφισβήτητου πατριωτισμού των Ελλήνων και στη δημιουργία του πραγματικά άφθαστου ηθικού του Λαού και του Στρατεύματος.

Από την άλλη, θα πρέπει να επισημανθεί ότι η διεξαγωγή του πολέμου απαιτεί μέσα, υλικό, σχεδίαση, διοίκηση και κατεύθυνση. Όταν δεν υπάρχουν τα απαραίτητα μέσα και εμπιστοσύνη προς την ηγεσία, το ηθικό καταρρέει. Είναι πλέον αδιαμφισβήτητο, και απορρέει από επίσημα ιστορικά στοιχεία, ότι πίσω από την νίκη κατά των Ιταλών υπήρχε μια άριστη προετοιμασία από την πλευρά της ελληνικής κυβερνήσεως και της στρατιωτικής ηγεσίας.

1 epos 1940

Η πολεμική προπαρασκευή

Η εξοπλιστική και οχυρωματική προσπάθεια που ανέπτυξε η χώρα στα χρόνια που προηγήθηκαν έδωσε τη δυνατότητα προετοιμασίας και ισχυροποίησης, στο μέτρο του δυνατού, για την αναμενόμενη παγκόσμια σύρραξη. Η κήρυξη του ελληνο-ιταλικού πολέμου βρήκε την Ελλάδα καλύτερα προετοιμασμένη από ό,τι εκτιμούσε η ιταλική ηγεσία.

Μέχρι το 1939 ο κύριος ορατός κίνδυνος κατά της χώρας προερχόταν από την βουλγαρική επεκτατικότητα. Είχαν άλλωστε παρέλθει μόλις δύο δεκαετίες από την μεγάλη σύγκρουση του 1ου Παγκοσμίου Πολέμου, στο Μακεδονικό Μέτωπο. Η Βουλγαρία, κατά συνέπεια, ήταν ο πλέον πιθανός αντίπαλος της Ελλάδος. Όπως ήταν φυσικό, λοιπόν, το σύνολο της ελληνικής πολεμικής προπαρασκευής ήταν στραμμένο προς τα ελληνο-βουλγαρικά σύνορα. Από την πλευρά της Γιουγκοσλαβίας και της Τουρκίας δεν αντιμετωπίζονταν απειλές, ενώ η Αλβανία ήταν, από απόψεως στρατιωτικής ισχύος, αμελητέα.

Έναντι της Αλβανίας ο Ελληνικός Στρατός είχε δύο Μεραρχίες οι οποίες θεωρούνταν υπεραρκετές: την VIII στην Ήπειρο και την IX στη Δυτική Μακεδονία. Η αποβίβαση, ωστόσο, των ιταλικών στρατευμάτων στην Αλβανία την άνοιξη του 1939 και η κατάληψη της χώρας αυτής, μετέβαλε τα δεδομένα και διαμόρφωσε νέα κατάσταση.

Ο Μεταξάς και το Γενικό Επιτελείο, παρακολουθώντας τη γενικότερη κατάσταση στην Ευρώπη, αντιλαμβάνονται τα σύννεφα του πολέμου που πλησιάζουν. Καλούνται πλέον να αντιμετωπίσουν, εκτός από τη Βουλγαρία, και μια αυτοκρατορία «οκτώ εκατομμυρίων λογχών», κατά την έκφραση του Μουσολίνι, της οποίας οι αδυναμίες δεν είχαν ακόμη εκδηλωθεί. Μια αυτοκρατορία που την εποχή εκείνη την υπολόγιζε ακόμα και η κραταιά Μεγάλη Βρετανία, αλλά και η Γαλλία. Η στάση της Γιουγκοσλαβίας, που απειλείτο πλέον τόσο από τον βορρά, όσο και από το νότο, αλλά και από την πλευρά της Βουλγαρίας, δεν ήταν δυνατόν να θεωρηθεί δεδομένη.

Η διαμορφούμενη νέα κατάσταση στο ευρύτερο στρατηγικό περιβάλλον της χώρας οδήγησε το Γενικό Επιτελείο σε αναθεώρηση της αρχικής στρατηγικής σχεδιάσεως και στην αναζήτηση νέων λύσεων. Από την επομένη της ιταλικής εισβολής στην Αλβανία, η ανωτάτη στρατιωτική ηγεσία της χώρας αντέδρασε αμέσως και με ψυχραιμία.

Πολύ σύντομα, οι διοικητές των Σωμάτων Στρατού και των VIIIης και IXης Μεραρχιών, έλαβαν διαταγές για την αντιμετώπιση τυχόν ιταλικής επιθέσεως, οι οποίες κατέληγαν με την φράση:

«Εις τας παρούσας κρισίμους στιγμάς ο Βασιλεύς και η Κυβέρνησις έχουσι πλήρη εμπιστοσύνην εις υμάς και αναμένουσι την απολύτως ψύχραιμον εκτίμησιν της καταστάσεως καθώς και την μέχρις εσχάτων εκπλήρωσιν της αποστολής σας.»

Το Γενικό Επιτελείο δραστηριοποιείται για την αντιμετώπιση της καταστάσεως. Το σχέδιο επιστρατεύσεως αναθεωρείται ώστε να προσαρμοσθεί προς την κατάσταση που πλέον είχε διαμορφωθεί. Με προσεκτικές και μεθοδικές κινήσεις, εν πολλοίς μυστικές, καλύπτονται τα κενά των εμπρός μεραρχιών σε προσωπικό, προωθούνται εφόδια, ενεργοποιούνται επιστρατευόμενες μονάδες. Η 28η Οκτωβρίου 1940 βρήκε όλες τις έναντι της Αλβανίας μονάδες πλήρως επανδρωμένες, χωρίς να έχει κηρυχθεί επιστράτευση. Συμπληρώθηκαν επίσης οι αποθήκες επιστρατεύσεως με όλο το απαραίτητο υλικό.

Από την 28η Οκτωβρίου και εντός 16 ημερών, ο Ελληνικός Στρατός προσκάλεσε, έντυσε, εξόπλισε και κίνησε στις προβλεπόμενες θέσεις 300.000 άνδρες. Την μεγααλύτερη δύναμη που είχε παρατάξει στην ιστορία του. Επίσης επίταξε και προώθησε στις μονάδες 120.000 κτήνη, τα οποία αποδείχθηκαν πολύτιμα στο ορεινό και χωρίς οδικό δίκτυο έδαφος της Βορείου Ηπείρου. Χάρις στην άρτια σχεδίαση, οργάνωση και προπαρασκευή, η επιστράτευση λειτούργησε κατά τρόπο υποδειγματικό και σε χρόνο μικρότερο του προβλεπομένου.

Αυτή η επιτυχής κινητοποίηση οφείλεται φυσικά στα σχέδια προπαρασκευής, τα οποία υλοποιήθηκαν με επιτυχία, από την ανωτάτη στρατιωτική ηγεσία μέχρι τον τελευταίο διοικητή τμήματος. Είναι κάτι που έχει επιβεβαιωθεί με αδιαμφισβήτητα ιστορικά ντοκουμέντα και είναι ενδεικτικό της σχεδιάσεως και της επιβλέψεως στην υλοποίηση, από μία Ηγεσία που είχε μεριμνήσει για όλα, χωρίς να παραλείψει την κατάλληλη εκπαίδευση του προσωπικού σε όλη την κλίμακα της ιεραρχίας.

Ενδεικτικά αναφέρεται ένα απόσπασμα από την Έκθεση Πεπραγμένων της Μεραρχίας Ιππικού που συνέταξε ο διοικητής της στρατηγός Στανωτάς:

«...Ουδεμία πτυχή αφορώσα εντολήν επιστρατεύσεως δεν είχε αφεθεί χωρίς να μελετηθεί και εξονυχισθεί επαρκώς από τα εντεταλμένα όργανα και τούς μελλοντικούς εκτελεστάς. (...) Με την κήρυξιν της ἐπιστρατεύσεως η Μεραρχία ήτο ήσυχος ότι από τεχνικής τουλάχιστον πλευράς ουδεμία παράλειψις έμελε να παρουσιασθεί εις ότι εξηρτάτο από αυτήν».

Παρακάτω συνεχίζει:

«Η πιθανότης πολέμου εναντίον ευρωπαϊκού στρατού διαθέτοντος μηχανοκινήτους μονάδας, ισχυράν αεροπορίαν, ενδεχομένως δε και αλεξιπτωτιστάς, ηνάγκασε την Μεραρχίαν να μελετήσει μακράν σειρά ασκήσεων διά την έξιν των στελεχών και οπλιτών εις τα νέα ταύατα μέσα.»

Το ζήτημα της αμυντικής σχεδιάσεως ήταν σημαντικό και με ιδιαιτερότητες, για τους εξής λόγους:

Πρώτον: Οι Ιταλοί είχαν ήδη συγκεντρωμένες και ετοιμοπόλεμες τις δυνάμεις τους στην Αλβανία, και επειδή αυτοί θα είχαν την πρωτοβουλία ενάρξεως του πολέμου, θα μπορούσαν ασφαλώς να προηγηθούν ως προς την λήψη της διατάξεως και την εξαπόλυση της επιθέσεως, πριν προλάβει ο Ελληνικός Στρατός να συγκεντρωθεί στην Ήπειρο και τη Δυτική Μακεδονία.

Δεύτερον: Στις εν λόγω περιοχές δεν υπήρχε οχύρωση που θα ισχυροποιούσε το έδαφος της αμυντικής διατάξεως και θα έδινε τον απαραίτητο χρόνο για την κινητοποίηση και την στρατηγική συγκέντρωση των δυνάμεων στην περιοχή του Θεάτρου Επιχειρήσεων.

Τρίτον: Η ιταλική πλευρά διέθετε απόλυτη αεροπορική υπεροχή, με 400 αεροσκάφη στα αεροδρόμια Αργυροκάστρου, Κορυτσάς, Αυλώνος, Βερατίου, Δεβόλη και Δυρραχίου, ενώ κάποια εξ αυτών ευρίσκονταν στο Μπάρι και στον Τάραντα.

Τέταρτον: Η γιουγκοσλαβική στάση δεν ήταν απολύτως σαφής. Εάν οι Ιταλοί, από την Αλβανία περνούσαν στο έδαφος της Γιουγκοσλαβίας, θα είχαν τη δυνατότητα να προσβάλλουν από βορρά το πλευρό των ελληνικών δυνάμεων της Δυτικής Μακεδονίας.
Με βάση τα δεδομένα αυτά, από στρατηγικής απόψεως δεν έμενε άλλη λύση, παρά η παραχώρηση εδάφους με υποχωρητικό ελιγμό, μέχρι την τοποθεσία τελικής άμυνας προς κέρδος χρόνου και απόκτησης επιχειρησιακών πλεονεκτημάτων. Στη βάση αυτή, εκπονείται εντός 25 ημερών και κοινοποιείται στις 4 Μαΐου 1939 το Σχέδιο Επιχειρήσεων ΙΒ (από τα αρχικά Ιταλία – Βουλγαρία). Σύμφωνα με αυτό:

1ον Η αποφασιστική μάχη θα δινόταν επί μετώπου από το οποίο θα καλυπτόταν η Στερεά Ελλάδα, η Θεσσαλία και η Θεσσαλονίκη και στο οποίο θα ήταν δυνατόν να συγκεντρωθεί ο όγκος του Ελληνικού Στρατού. Τελική τοποθεσία άμυνας καθορίσθηκε η γραμμή Άραχθος – Μέτσοβο – καμπή Αλιάκμονος – όρος Βέρμιο – όρος Βόρας.

2ον Οι προωθημένες στα σύνορα Μεραρχίες θα ελίσσονταν επιβραδύνοντας τον εχθρό μέχρι την ανωτέρω γραμμή. Η Ήπειρος και ένα τμήμα της Δυτικής Μακεδονίας θα έπρεπε αναγκαστικά να εγκαταλειφθούν.

Ωστόσο, το ΓΕΣ δεν επαναπαύεται στο σχέδιο αυτό. Σε ολόκληρη την ελληνο-αλβανική μεθόριο αρχίζει ένας οργασμός οχυρώσεως με έργα εκστρατείας – μια και δεν υπάρχει χρόνος για μόνιμη οχύρωση – που προχωρεί με ταχύτατο ρυθμό. Με δεδομένο ότι τα χρήματα δεν επαρκούν, ο Διοικητής της VIII Μεραρχίας υποστράτηγος Κατσιμήτρος, ζητά την βοήθεια των κατοίκων, οι οποίοι ανταποκρίνονται με ενθουσιασμό. Παράλληλα, ο διοικητής Πυροβολικού της Μεραρχίας συνταγματάρχης Μαυρογιάννης, περιέρχεται το μέτωπο και προβαίνει σε λεπτομερή και πλήρη οργάνωση πυροβολικού.

Όταν πλέον η οχύρωση είχε προχωρήσει και μπορούσε να θεωρηθεί σχετικά επαρκής, το σχέδιο επιστρατεύσεως είχε ανασυνταχθεί, η δε Γιουγκοσλαβία φαινόταν πλέον πως θα παραμείνει αυστηρά ουδέτερη, το Γενικό Επιτελείο τροποποίησε το αρχικό σχέδιο ΙΒ, και την 1η Σεπτεμβρίου 1939 – δηλαδή 4 μήνες μετά – κοινοποίησε νέο Σχέδιο Επιχειρήσεων με την ονομασία ΙΒα.

Το νέο σχέδιο προέβλεπε προωθημένη άμυνα, χωρίς παραχώρηση εθνικού εδάφους. Το σχέδιο αυτό απεδείχθη από το αποτέλεσμα επιτυχέστατο, διότι απέκρουσε τον εισβολέα κατά το δυνατό πλησιέστερα προς τα ελληνοαλβανικά σύνορα και κάλυψε πλήρως τη γενική επιστράτευση και τη στρατηγική συγκέντρωση των ελληνικών δυνάμεων.

1 xartis 1940

Επιπλέον, το ΓΕΣ διέταξε, με οδηγίες που εξέδωσε, να εκτελεστούν αναγνωρίσεις προς την κατεύθυνση της Κορυτσάς, με σκοπό την ανάληψη επιθετικών επιχειρήσεων σε περίπτωση δημιουργίας ευνοϊκών συνθηκών, όπως και συνέβη εντός του Νοεμβρίου του 1940. Αυτό στη στρατηγική ονομάζεται «πρόβλεψη επί μελλοντικής δράσεως» και αυτή την αρχή η στρατιωτική ηγεσία την εφήρμοσε πλήρως.

Η κατάσταση στην Ήπειρο εμφανίζεται δυσκολότερη διότι, εκτός των άλλων, υπήρχε και η από θαλάσσης απειλή, η οποία πιθανώς να ανάγκαζε την VIII Μεραρχία να αντιμετωπίσει τον εχθρό σε δύο μέτωπα. Στις 9 Αυγούστου 1940, αποστέλλονται στην Μεραρχία οδηγίες, στις οποίες, επαναλαμβάνεται μεν η αποστολή της προωθημένης άμυνας, αλλά παρέχεται στον Μέραρχο η πρωτοβουλία να ελιχθεί επιβραδυντικώς αναλόγως της καταστάσεως.

Το ΓΕΣ, που παρακολουθεί συνεχώς την κατάσταση στην Αλβανία, εκτιμά – ορθώς – ότι η κυρία προσπάθεια των Ιταλών θα κατευθυνθεί προς την Ήπειρο και όχι προς τη Δυτική Μακεδονία και τη Θεσσαλονίκη. Ο Κατσιμήτρος λοιπόν και οι Ηπειρώτες του θα δεχθούν το κύριο βάρος της ιταλικής επιθέσεως.

Στις 24 Αυγούστου αποστέλλονται στον Κατσιμήτρο νέες οδηγίες επιχειρήσεων, στο τέλος των οποίων αναγράφεται:

«Αναγνωρίζεται η δυσχερής θέσις εις την οποία ευρίσκεται η Μεραρχία. Η Κυβέρνησις δεν αναμένει βεβαίως παρά της Μεραρχίας νίκας, δεδομένης της αριθμητικής υπεροχής του αντιπάλου, αναμένει όμως εκ ταύτης να σώσει την τιμήν των ελληνικών όπλων. Και προς τούτο δύναται ο διοικητής της Μεραρχίας να θέσει τα δυνάμεις αυτής όπως αυτός νομίζει καλύτερον».

Η διαταγή αυτή πυροδότησε τις μετέπειτα επικρίσεις για «ηττοπαθή» Ηγεσία, η οποία ήθελε απλώς να «πέσουν μερικές τουφεκιές για την τιμή των όπλων». Πρόκειται όμως για προφανή διαστρέβλωση της πραγματικότητας. Οι επικριτές της Ηγεσίας αποσιωπούν – προδήλως εσκεμμένως – ότι, προκειμένου να μην υπάρξουν αμφιβολίες, ο Παπάγος εξέδωσε στις 16 Σεπτεμβρίου 1940, διαταγή στην οποία, μεταξύ των άλλων, καθορίζει ότι:

«Η τιμή των ελληνικών όπλων απαιτεί όπως οιονδήποτε τμήμα σε οιανδήποτε κατάστασιν και αν ευρεθεί, οφείλει να πολεμήσει μέχρι και του τελευταίου ανδρός και του τελευταίου φυσιγγίου».

Η φράση ότι δεν αναμένονται από την Μεραρχία νίκες, σε συνδυασμό με την πρωτοβουλία που εδόθη στον διοικητή της, κάλυπτε πλήρως τον Κατσιμήτρο ό,τι και αν έκανε. Αφέθηκε λοιπόν στον Μέραρχο η απόφαση, γιατί κανείς δεν γνώριζε τι γίνεται στον τομέα του καλύτερα από εκείνον. Ο Αρχιστράτηγος του είχε απόλυτη εμπιστοσύνη και αυτό προκύπτει από προσωπική επιστολή με ημερομηνία 22 Αυγούστου 1940, στην οποία του έγραφε:

«Αγαπητέ Κατσιμήτρο, (...) Επιθυμώ να γνωρίζεις ότι τόσον η Κυβέρνησις όσον και εγώ σε περιβάλλομεν μετ' απολύτου εμπιστοσύνης και πλήρους εκτιμήσεως. (...) Σε ασπάζομαι εγκαρδίως. Αλέξανδρος Παπάγος.»

Ο Κατσιμήτρος δεν ήταν απλώς ένας ικανός ηγήτορας. Ήταν δεμένος με τη Μεραρχία του αλλά και με τη γη της Ηπείρου, σαν ένα σώμα. Από το 1938, όταν ανέλαβε τη διοίκηση της VIII Μεραρχίας είχε αφιερωθεί στο να καταστήσει την Ήπειρο αληθινό προμαχώνα. Αποφασίζει λοιπόν, να δώσει τη μάχη στο Καλπάκι. Την απόφασή του αυτή την αναφέρει στο ΓΕΣ, κατά τα προβλεπόμενα, και εγκρίνεται.

Τις παραμονές της ιταλικής επιθέσεως τηλεφωνεί στον αρμόδιο επιτελή του ΓΕΣ, στον οποίο λέγει τα εξής:

«Αναφέρατε παρακαλώ στον κ. Αρχηγόν του ΓΕΣ ότι, η προσωπική μου γνώμη είναι ότι αύριον την πρωίαν ή κατά τη διάρκεια της νυκτός 27 προς 28 Οκτωβρίου θα έχωμεν ιταλικήν επίθεσιν. Η Μεραρχία θα εκτελέσει το καθήκον της προς την πατρίδα, συμφώνως προς τας διαταγάς και οδηγίας του Γενικού Επιτελείου. Δύναμαι να βεβαιώσω υπευθύνως τον κ. Αρχηγόν ΓΕΣ – και τονίζω τούτο ιδιαιτέρως – ότι δεν θα περάσουν οι Ιταλοί από το Καλπάκι.»

Στο πλαίσιο της λεπτομερούς αμυντικής οργανώσεως, το Γενικό Επιτελείο εντοπίζει το κενό που υφίστατο στον ορεινό όγκο της Πίνδου, στα όρια μεταξύ της VIII Μεραρχίας και των σχηματισμών της Δυτικής Μακεδονίας. Παρακολουθώντας επί ένα και πλέον έτος τις κινήσεις των ιταλικών μονάδων εντός του αλβανικού εδάφους και συλλέγοντας πληροφορίες, ειδικώς για την Μεραρχία Αλπινιστών «ΤΖΟΥΛΙΑ», οδηγήθηκε στην απόφαση της συγκροτήσεως του Αποσπάσματος Πίνδου, αυτού που ονομάσθηκε «Απόσπασμα Δαβάκη».

Το απόσπασμα αυτό, δυνάμεως 2.500 ανδρών που είχαν επιστρατευθεί δύο μήνες προ της ενάρξεως των επιχειρήσεων, ο δε διοικητής του είχε ανακληθεί από την εφεδρεία τον Αύγουστο του 1940, ανέπτυξε αμυντική διάταξη, επί της γραμμής Σμόλικας – Σταυρός – Γράμμος, μήκους 35 και βάθους 10-15 χιλιομέτρων. Αποστολή του ήταν η άμυνα επί της τοποθεσίας συνόρων, καθώς και ο σύνδεσμος των δυνάμεων της Ηπείρου και της Δυτ. Μακεδονίας.

asyrmatos

Η απόφαση της Πολιτικής Ηγεσίας – Η ημέρα του «ΟΧΙ»

Μιλώντας για την Ηγεσία, οφείλουμε να αναφερθούμε και στη στάση της ανωτάτης πολιτικής ηγεσίας της χώρας την κρίσιμη στιγμή της πολιτικής αποφάσεως. Επί τεσσεράμισι χρόνια ο πρωθυπουργός Ιωάννης Μεταξάς, είχε την ευθύνη του υπουργείου στρατιωτικών. Αποτελεί ίσως ιστορικό παράδοξο και θα ακουστεί ίσως περίεργο το ότι ένας από εκείνους που, σε ανύποπτο χρόνο, εκτίμησε ως επιτυχή την ανάθεση του υπουργείου στρατιωτικών στον Μεταξά, ήταν ο Ελευθέριος Βενιζέλος.

Πράγματι, στις 9 Μαρτίου 1936, τέσσερις ημέρες μετά την ανάθεση του υπουργείου στρατιωτικών στον Μεταξά και εννέα ημέρες προ του θανάτου του, ο Βενιζέλος σε επιστολή του από το Παρίσι προς τον πρώην υπουργό-του Λουκά Ρούφο, γράφει μεταξύ άλλων:

«Δεν είναι ανάγκη να σου είπω πόσο ζωηρά είναι η χαρά μου διότι ο Βασιλεύς απεφάσισε (...) να αναθέσει το υπουργείον των Στρατιωτικών εις τον Μεταξάν». Καταλήγει δε με την φράση: «Από μέσα από την καρδιά αναφωνώ: Ζήτω ο Βασιλεύς.»

Την ημέρα του ΟΧΙ θα αφήσουμε να μας την περιγράψει με την εξαίρετη πέννα του ο Γεώργιος Βλάχος, εκδότης και διευθυντής της εφημερίδας «Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ», παλιός πολέμιος του Ι. Μεταξά, που επανειλημμένως στο παρελθόν του είχε επιτεθεί σκληρά με την αρθρογραφία του:

«Καὶ ἔφθασε τότε ἡ μεγάλη στιγμή. Εἴκοσι ὀκτὼ Ὀκτωβρίου, Δευτέρα, τρεῖς τὸ πρωί. Ὁ Μεταξᾶς, μόνος, κοιμᾶται. Τὸ τηλέφωνον. Μία ὁμιλία. Ὁ Γκράτσι. Γύρω του δὲν ἔχει κανένα. Δὲν ἔχει κἂν τὸ γραφεῖον του, δὲν ἔχει ἕνα κλητῆρα. Κανένα. Ἡ ὑπηρεσία, ὅπως ὅλη ἡ Ἑλλὰς τὴν ὥραν ἐκείνην, κοιμᾶται. Πρὸς στιγμήν, ἂς κρατήσωμεν τὴν ἀναπνοήν μας, διότι ἐδῶ πλησιάζομεν τὸν μεγαλύτερον σταθμὸν τῆς Ἑλληνικῆς Ἱστορίας. Ἡ Ἰταλικὴ Αὐτοκρατορία, μὲ τὰ σαράντα ὀκτώ της ἑκατομμύρια, μὲ τὸν πλοῦτον της, μὲ τοὺς στρατούς της, μὲ τὰ ἀεροπλάνα της, μὲ τὰ ἅρματά της, ἐξύπνησε αἰφνιδιαστικῶς ἕνα ἄνθρωπον καὶ τοῦ ἐζήτησε ἐντὸς τριῶν ὡρῶν τὴν Ἑλλάδα. Καὶ ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς εἶπεν: Ὄχι. Ἀμέσως, ἄνευ συζητήσεως, ἄνευ ἐνδοιασμοῦ. Δὲν εἶπεν «ὄχι» ἁπλῶς. Ἐντὸς λεπτοῦ, ὅπως ἐξύπνησεν αὐτὸς, ἐντὸς λεπτοῦ ἐξύπνησε τὴν Ἑλλάδα. Διαταγαί, σχέδια, τηλεφωνήματα, γενικὴ ἐπιστράτευσις, κήρυξις Στρατιωτικοῦ Νόμου, ἐπιτάξεις, προκηρύξεις, ἀγγέλματα... ἔγιναν πρὶν ἀνατείλη ὁ ἥλιος καί, ὅταν ἀνέτειλε, ἤδη ἐμάχετο ἡ Ἑλλάς.»

Η εθνική ενότητα ήταν ένα κύριο στοιχείο εκείνες τις κρίσιμες στιγμές. Ολόκληρο το έθνος, ανεξαρτήτως ιδεολογίας, έδειξε ξεχωριστή εμπιστοσύνη στη ηγεσία του. Χαρακτηριστικό είναι το τηλεγράφημα που απέστειλε στις 12 Νοεμβρίου 1940, στην κυβέρνησή του ο Πρέσβης της Βρετανίας στην Αθήνα Μάικλ Πάλαιρετ:

«Αν στη Βρετανία υφίσταται η εντύπωσις ότι δεν επικρατεί απόλυτη ενότητα στην Ελλάδα, η εντύπωσις αυτή πρέπει να διαλυθεί αμέσως. Ολόκληρο το έθνος έχει συνταχθεί με τον Μεταξά...»

Θα πρέπει, επίσης, να γίνει μια αναφορά στο ζήτημα που τίθεται σχεδόν κάθε χρόνο τις ημέρες της επετείου, σχετικά με το ποιος είπε το ΟΧΙ το 1940. Θα παραθέσουμε, αντί άλλων σχολίων, την άποψη του Παναγιώτη Κανελλόπουλου, ενός πολιτικού, αλλά και βαθιά πνευματικού ανθρώπου, φυσικά κάθε άλλο παρά υποστηρικτή του τότε πρωθυπουργού Ι. Μεταξά. Γράφει ο Κανελλόπουλος στο βιβλίο του «ΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ»:

«Πρέπει να είμεθα χωρίς άλλο ευγνώμονες εις τον Ιωάννην Μεταξά διότι είπε ολομόναχος στο σκοτάδι της νυκτός το μέγα ΟΧΙ. Λέγουν όσοι αντιμετωπίζουν με εμπάθειαν και αυτά τα ανάγλυφα γεγονότα της Ιστορίας, ότι το ΟΧΙ δεν το είπεν ο Μεταξάς, ότι το είπεν ο λαός. Ναι, το είπεν ο λαός, αλλά αφού το είχεν ειπεί ο Μεταξάς. Ο ατυχής και συμπαθής Εμμανουέλε Γκράτσι εξύπνησε την 3ην πρωϊνήν τον Μεταξάν και όχι τον Ελληνικόν λαόν. Εάν έλεγεν ο Μεταξάς ΝΑΙ, πώς θα έλεγεν ΟΧΙ ο Ελληνικός λαός, που θα εξυπνούσε αργότερα; Θα το έλεγε βέβαια μέσα του και θα το εξεδήλωνε έμπρακτα, όταν θα οργάνωνε μυστικά την αντίστασή του. Αλλά το Βορειοηπειρωτικόν έπος δεν θα εγράφετο ποτέ. Ας είμεθα λοιπόν τίμιοι απέναντι της Ιστορίας. Το μεγάλο ΟΧΙ είναι πράξις του Ιωάννου Μεταξά».

ippiko

Οι πολεμικές επιχειρήσεις

Τα ξημερώματα της 28ης Οκτωβρίου οι δυνάμεις του στρατηγού Βισκόντι Πράσκα διέβαιναν την ελληνική μεθόριο με 4 μεραρχίες:

-Ανατολικά η επίλεκτη Μεραρχία Αλπινιστών «ΤΖΟΥΛΙΑ», με κατεύθυνση το Μέτσοβο,
-Στο κέντρο η Τεθωρακισμένη Μεραρχία «ΚΕΝΤΑΥΡΩΝ» και η Μεραρχία Πεζικού «ΦΕΡΡΑΡΑ» με κατεύθυνση τα Ιωάννινα,
-Δυτικά, επί του παραλιακού άξονα, η Μεραρχία Πεζικού «ΣΙΕΝΑ», με κατεύθυνση την Πρέβεζα, για την υπερκέραση των Ιωαννίνων.

Στη Δυτική Μακεδονία οι Ιταλοί τήρησαν αρχικά στάση αναμονής. Παρέμειναν εγκατεστημένοι αμυντικά με δύο Μεραρχίες στην περιοχή της Κορυτσάς, περιοριζόμενοι σε βομβαρδισμό των ελληνικών θέσεων και τοπικές επιθέσεις.

Στο αριστερό της ελληνικής αμυντικής διατάξεως, η VIII Μεραρχία έπειτα από επικό αγώνα που κράτησε μέχρι την 7η Νοεμβρίου, απέκρουσε την ιταλική επίθεση, στον κεντρικό και τον παραλιακό τομέα. Οι ιταλικές μηχανοκίνητες και τεθωρακισμένες δυνάμεις καθηλώθηκαν χάρη στην ετοιμότητα των ελληνικών μονάδων αλλά και στην κατάλληλη αμυντική οργάνωση που είχε προηγηθεί. Αυτή, μεταξύ των άλλων, περιλάμβανε την τοποθέτηση αντιαρματικών κωλυμάτων και την ματαίωση της προγραμματισμένης αποξήρανσης του έλους, στο οποίο εγκλωβίστηκε η Μεραρχία «ΚΕΝΤΑΥΡΩΝ». Ο στρατηγός Κατσιμήτρος τήρησε την υπόσχεσή του: οι Ιταλοί δεν πέρασαν.

Πρόβλημα σοβαρό, ωστόσο, δημιουργήθηκε στον κεντρικό τομέα του μετώπου, στον ορεινό όγκο της Πίνδου, όπου η συντριπτική υπεροχή των Ιταλών εξανάγκασε το Απόσπασμα Δαβάκησε, παρά τον ηρωικό του αγώνα, να συμπτυχθεί μέχρι το χωριό Βωβούσα, βορείως του Μετσόβου. Οι επίλεκτοι αλπινιστές της Μεραρχίας «ΤΖΟΥΛΙΑ», δυνάμεως σχεδόν 11.000 ανδρών, προχωρούσαν απειλητικά προς το Μέτσοβο. Τυχόν κατάληψη της διαβάσεως του Μετσόβου θα τους έδινε τη δυνατότητα να ελέγξουν την οδό ΙΩΑΝΝΙΝΩΝ – ΚΑΛΑΜΠΑΚΑΣ και να κινηθούν προς την Αθήνα μέσω της θεσσαλικής πεδιάδας.

Προ της καταστάσεως αυτής το Γενικό Στρατηγείο αντέδρασε αμέσως και αποτελεσματικά:

-Την 29η Οκτωβρίου προώθησε το Β' Σώμα Στρατού, με την Ιη Μεραρχία Πεζικού, και την Vη Ταξιαρχία Πεζικού , από την περιοχή της Θεσσαλίας στη Δυτική Μακεδονία (περιοχή Πενταπόλεως-Επταχωρίου).
-Την ίδια ημέρα προώθησε, την Μεραρχία Ιππικού, από την Θεσσαλονίκη στην περιοχή Μετσόβου, με αποστολή την εξασφάλιση του άξονα ΙΩΑΝΝΙΝΩΝ – ΚΑΛΑΜΠΑΚΑΣ.
-Την 31η Οκτωβρίου προώθησε την Ταξιαρχία Ιππικού, η οποία ανήκε στις εφεδρείες του Αρχιστρατήγου και την έθεσε υπό την διοίκηση του Β' Σώματος Στρατού, βορειοανατολικά του Μετσόβου.
-Προώθησε επίσης στην Ήπειρο το Α' Σώμα Στρατού, από την Αθήνα, όπου ήταν η έδρα του, ενώ οι μονάδες του συμπληρώνονταν με επιστράτευση.
-Προώθησε στο μέτωπο κάθε τμήμα που ολοκλήρωνε την επιστράτευσή του, σύμφωνα με τα σχέδια.
-Τέλος, διέταξε την Αεροπορία να βομβαρδίσει το αεροδρόμιο της Κορυτσάς, αποφεύγοντας να πλήξει κατοικημένες περιοχές.

Εξέδωσε, επίσης, αυστηρή διαταγή, ώστε να εμπνευσθεί σε όλους το απαιτούμενο πνεύμα θυσίας, «καθ' όσον παρετηρήθησαν περιπτώσεις κατά τας οποίας μικραί μονάδες δεν επέδειξαν κατά τας πρώτας συγκρούσεις το επιβαλλόμενον πνεύμα σταθερότητος και θυσίας. Πάσα αδικαιολόγητος υποχώρησις δέον να επισύρει αυστηρά μέτρα.» Για να είμαστε ακριβείς, κατά τις πρώτες ημέρες λειτούργησαν επί τόπου και με συνοπτικές διαδικασίες, έκτακτα στρατοδικεία, κυρίως για περιπτώσεις λιποταξίας ενώπιον του εχθρού.

Το Τμήμα Στρατιάς Δυτικής Μακεδονίας (ΤΣΔΜ) που είχε έγκαιρα προϊδεασθεί με διαταγή του Γενικού Στρατηγείου, ήταν έτοιμο και κατάλληλα προσανατολισμένο.

Την 1η Νοεμβρίου, οι δυνάμεις του Β' ΣΣ, υπό την διοίκηση του στρατηγού Δημητρίου Παπαδόπουλου, επιτίθενται κατά του αριστερού πλευρού του θύλακα που δημιούργησε η ΤΖΟΥΛΙΑ στην Πίνδο. Ειδικότερα:

-Στο μέσον, στην περιοχή ΠΕΝΤΑΛΟΦΟΥ-ΣΑΜΑΡΙΝΑΣ, η Ιη Μεραρχία, με διοικητή τον υποστράτηγο Βασίλειο Βραχνό,
-Βορειότερα η Vη Ταξιαρχία Πεζικού, με διοικητή τον συνταγματάρχη Αναστάσιο Καλή, και
-Nοτιότερα η Ταξιαρχία Ιππικού, η οποία, υπό την διοίκηση του συνταγματάρχη Σωκράτη Δημάρατου, ήταν η πρώτη που απέκοψε την προχώρηση των Ιταλών, καταλαμβάνοντας το Δίστρατο.

Εν τω μεταξύ, την ίδια ημέρα ο Δαβάκης τραυματίσθηκε σοβαρά και διακομίσθηκε. Την διοίκηση του Αποσπάσματος Πίνδου ανέλαβε ο επίσης άξιος ηγήτορας, ταγματάρχης Ιωάννης Καραβίας.

Από το νότο, η Μεραρχία Ιππικού, με διοικητή μια άλλη ηγετική μορφή, τον υποστράτηγο Γεώργιο Στανωτά, με υψηλό επιθετικό πνεύμα, εξόρμησε από την περιοχή του Μετσόβου προς βορρά, ανατρέπουσα τους ορμητικούς χιονοδρόμους των Ιταλών. Αποστολή της ήταν να εξασφαλίσει τον άξονα ΙΩΑΝΝΙΝΩΝ – ΚΑΛΑΜΠΑΚΑΣ, να επιτεθεί στην κατεύθυνση Ελεύθερο – Κόνιτσα και να αποκαταστήσει σύνδεσμο με τη σκληρά δοκιμαζόμενη VIII Μεραρχία και το Β' ΣΣ.

Η Μεραρχία «ΤΖΟΥΛΙΑ» συντρίβεται, και σε λίγες ημέρες οι Ιταλοί βρίσκονται πέραν των ελληνικών συνόρων.

Στις 8 Νοεμβρίου 1940, ο κόσμος όλος μένει άναυδος, μη μπορώντας να πιστέψει ότι η πρώτη νίκη του ελευθέρου κόσμου ενάντια στις δυνάμεις του Άξονα ήταν γεγονός. Γράφει ο Ελβετός στρατιωτικός συγγραφέας Eddy Bayer, στο δίτομο έργο του «Ο ΠΟΛΕΜΟΣ ΤΩΝ ΤΕΘΩΡΑΚΙΣΜΕΝΩΝ»:

«Ο στρατηγός Παπάγος ενισχύθη επί των κορυφογραμμών και από της 4ης μέχρι της 7ης Νοεμβρίου, προσέβαλε την δυστυχισμένην μεραρχία «ΤΖΟΥΛΙΑ» δια συγκεντρωτικής επιθέσεως εκ των άνω προς τα κάτω. Η συμφορά του στρατηγού Μάριο Τζιρότι δεν ήτο δυνατόν να γίνει περισσότερον πλήρης».

Γράφει, επίσης, ο στρατηγός Βισκόντι Πράσκα στο βιβλίο του:

«Η αριστερή πτέρυγα στην 'Hπειρο είχε συναντήσει ισχυρή εχθρική αντίσταση στη ζώνη του Καλπακίου.... Η θέση της Μεραρχίας «ΤΖΟΥΛΙΑ», με τη συνεχιζόμενη άφιξη ελληνικών δυνάμεων, κινδύνευσε να καταστεί επισφαλής. (...) Είναι πάντοτε μία οδυνηρή στιγμή για ένα Διοικητή, όταν είναι υποχρεωμένος να εκδώσει διαταγή συμπτύξεως, συνιστά όμως και καθήκον, το οποίο ο Διοικητής πρέπει να εκτελέσει με αποφασιστικότητα. Δεν μπορούσε κανείς να ζητήσει από τον γενναίο Τζιρόττι και τους αλπινιστές του τίποτε περισσότερο από αυτό που είχαν επιτελέσει. Διέταξα την «ΤΖΟΥΛΙΑ» να μετακινηθεί στην Κόνιτσα, έχοντας δεινοπαθήσει από τα πλήγματα που της κατάφεραν πολύ ευέλικτες μονάδες του εχθρού, από όλες τις κατευθύνσεις...»

Σημαντική υπήρξε η συμβολή του πυροβολικού, χάρις κυρίως στην κατάλληλη τάξη των πυροβόλων και την εξαίρετη οργάνωση στόχων που είχε προηγηθεί. Διότι, τα βλήματα δεν πηγαίνουν στον στόχο απλώς με... το ηθικό των πυροβολητών. Απαιτείται σχεδίαση, οργάνωση, εκπαίδευση και διοίκηση αλλά και μία καλώς λειτουργούσα επιμελητεία η οποία εξασφαλίζει ότι θα υπάρχουν βλήματα για τα πυροβόλα.

Ο στρατηγός Βισκόντι Πράσκα αναφέρει:

«Πυροβολαρχίαι εντός σπηλαίων, τας οποίας δεν κατόρθωσε να ανακαλύψει ούτε η επίγειος ούτε η εναέριος παρατήρησις, έπληττον τα τμήματα εις τα σημεία της αναγκαστικής διαβάσεώς των ή επί των ακαλύπτων σημείων, τα οποία δεν ήτο δυνατόν να παρακαμφθούν και προεκάλουν πολλάς απωλείας, βάλλουσαι προς όλας τα κατευθύνσεις κατά του μετώπου και κατά των πλευρών των στρατευμάτων μας. Μεταξύ των εχθρικών πυροβολαρχιών υπήρχον και μερικαί μακρού βεληνεκούς, αι οποίαι, κείμεναι μακράν της ακτίνος δράσεως του ιδικού μας πυροβολικού, δεν ήτο δυνατόν να βληθώσιν.»

Προ της απροσδόκητης αυτής καταστάσεως, ο Ντούτσε αντικατέστησε στις 9 Νοεμβρίου τον στρατηγό Βισκόντι Πράσκα με τον στρατηγό Ουμπάλντο Σοντού, υφυπουργό των στρατιωτικών και υπαρχηγό του Γενικού Επιτελείου. Επιπλέον, απέστειλε στην Αυλώνα την Μεραρχία Πεζικού «ΜΠΑΡΙ», την οποία αρχικά προόριζε για απόβαση στη νήσο Κέρκυρα.

Εν τω μεταξύ, ελληνικές εφεδρείες άρχισαν να καταφθάνουν στο μέτωπο στις αρχές Νοεμβρίου. Έτσι, ο Παπάγος κατόρθωσε να πετύχει κατάλληλη συγκέντρωση δυνάμεων ως τα μέσα Νοεμβρίου, πριν εξαπολύσει αντεπίθεση. Η ελληνική στρατιωτική Ηγεσία είχε αντιμετωπίσει την κατάσταση κατά τρόπον ορθό και αποτελεσματικό.

Στις 13 Νοεμβρίου – μόλις 16 ημέρες μετά την ιταλική εισβολή – ο Ελληνικός Στρατός, πλήρως κινητοποιημένος και έχοντας αποκαταστήσει το εθνικό έδαφος, πέρασε στην αντεπίθεση, έχοντας πλέον την πρωτοβουλία. Ένδεκα Μεραρχίες Πεζικού, δύο Ταξιαρχίες Πεζικού, και η Μεραρχία Ιππικού, είχαν απέναντί τους δεκαπέντε ιταλικές Μεραρχίες Πεζικού και μία Τεθωρακισμένη.

Στον τομέα της Δυτικής Μακεδονίας, το ΤΣΔΜ, με το Γ' ΣΣ από τη Θεσσαλονίκη και με την ενίσχυση μονάδων από ολόκληρη τη Βόρειο Ελλάδα, εξαπέλυσε στις 14 Νοεμβρίου επίθεση, από ανατολάς προς δυσμάς, με κατεύθυνση την Κορυτσά, η οποία κατελήφθη στις 22 Νοεμβρίου, με 2.000 αιχμαλώτους, 80 πυροβόλα, 55 αντιαρματικά και 300 πολυβόλα, προερχόμενα από τέσσερις ιταλικές μεραρχίες. Επρόκειτο για σημαντικότατο επίτευγμα του Ελληνικού Στρατού στη φάση αυτή του αγώνα και ταυτοχρόνως για τη «μαύρη ημέρα» του Ιταλικού Στρατού.

Είναι αλήθεια ότι οι Ιταλοί μαχόταν με πρωτόγνωρο πείσμα, η δε ηγεσία τους έστελνε νέες μεραρχίες στην Αλβανία. Ωστόσο, οι αλλεπάλληλες αποτυχίες προκάλεσαν σοβαρή κρίση στην ανωτάτη ιταλική ηγεσία που οδήγησε στην παραίτηση του αρχηγού του Γενικού Επιτελείου Στρατάρχη Πιέτρο Μπαντόλιο, στις 26 Νοεμβρίου, τον οποίο αντικατέστησε ο στρατηγός Καβαλέρο, ο οποίος είχε παλιά αντιπάθεια με τον Μπαντόλιο.

Η επίθεση από τη Δυτική Μακεδονία συνδυάστηκε με γενική επίθεση σε ολόκληρο το μήκος του μετώπου. Τα Α' και Β' Σώματα Στρατού, ενισχυμένα με την ΙΙΙη Μεραρχία το πρώτο και με την ΧΙη και την Μεραρχία Ιππικού το δεύτερο, προέλασαν στη Βόρεια Ήπειρο, με ισχυρό και ασφαλή στροφέα το δεξιό της ελληνικής διατάξεως, δηλαδή το ΤΣΔΜ.

Μετά από σκληρές μάχες, κατέλαβαν την Πρεμετή, τους Αγίους Σαράντα και το Αργυρόκαστρο, μέχρι τις αρχές Δεκεμβρίου, και τη Χιμάρα τις παραμονές των Χριστουγέννων, εξασφαλίζοντας παράλληλα τη διάνοιξη της οδού προς Αυλώνα. Είχε πλέον καταληφθεί ουσιαστικά ολόκληρη η Βόρειος Ήπειρος.

Στις 9 Ιανουαρίου 1941, πριν την έλευση της βαρυχειμωνιάς, κατελήφθη από τις δυνάμεις του Β' ΣΣ το στρατηγικής σημασίας οχυρωμένο πέρασμα της Κλεισούρας, στο κέντρο της ιταλικής διατάξεως. Επρόκειτο για νέο πλήγμα, το οποίο είχε ως επακόλουθο την δυσμένεια έναντι του στρατηγού Σοντού και την αντικατάστασή του από τον στρατηγό Καβαλέρο. Ο τελευταίος, ως επικεφαλής του Γενικού Επιτελείου, είχε μεταβεί ήδη ένα μήνα πριν στην Αλβανία.

Το Β' ΣΣ, αποτελώντας τη ραχοκοκαλιά της ελληνικής προελάσεως στον κεντρικό τομέα, και εξασφαλίζοντας τον σύνδεσμο μεταξύ του Α'ΣΣ και του ΤΣΔΜ, έφθασε στην περιοχή Τεπελενίου, στα υψώματα της Τρεμπεσίνας, όπου ήταν και το μέγιστο όριο της ελληνικής προχωρήσεως. Εκεί αντιμετώπισε με επιτυχία την μεγάλη ιταλική αντεπίθεση του Μαρτίου 1941.

metopo4

Επίλογος

Είναι προφανές ότι οι Ιταλοί είχαν προετοιμασθεί για μία αποστολή «ειρηνικής κατοχής» ή το πολύ-πολύ να αντιμετωπίσουν κάποιους πυροβολισμούς για την «τιμή των όπλων». Αντί τούτου όμως βρέθηκαν έναντι αντιπάλων με πολύ υψηλό ηθικό, μεγάλη σωματική αντοχή, και καλά εκπαιδευμένων. Αλλά και έναντι μιας ηγεσίας που ήξερε καλά τη δουλειά της.

Από την εξέλιξη των επιχειρήσεων διαπιστώνουμε ότι, μετά την απόκρουση της εισβολής, η ελληνική ανωτάτη στρατιωτική ηγεσία πέρασε σε μια στρατηγική που την χαρακτήριζε ο επιθετικός ελιγμός, η αποφασιστικότητα και η ορμή. Ο επιθετικός ελιγμός αποτελεί προϋπόθεση κάθε επιτυχημένης πολεμικής ενέργειας, επιδιώκοντας όχι απλώς την απόκρουση του εχθρού αλλά και την απόκτηση εδάφους, τη συγκέντρωση δυνάμεων και ισχύος πυρός σε αποφασιστικό σημείο και τελικώς την καταστροφή των εχθρικών δυνάμεων. Δυστυχώς, ο Ελληνικός Στρατός δεν διέθετε τεθωρακισμένες ή μηχανοκίνητες δυνάμεις οι οποίες θα επέτρεπαν την εκμετάλλευση των επιτυχιών επί των εις το βάθος των κοιλάδων αξόνων, κάτι που θα το εξασφάλιζαν οι ελιγμοί και η επιτευχθείσα κατοχή των υψηλών σημείων.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο Ελληνικός Στρατός πολέμησε στον πόλεμο αυτό με άφθαστη ορμή και ηρωισμό. Πραγματικά ο Έλληνας μαχητής «τραβούσε μπροστά». Όμως αυτό δεν είναι αρκετό. Και ο πλέον αδαής αντιλαμβάνεται ότι και το καλύτερο στράτευμα δεν μπορεί να κάνει ούτε ένα βήμα χωρίς κατάλληλες διαταγές και αν δεν έχει προηγηθεί επίπονη και προσεκτική σχεδίαση και προπαρασκευή.

Το 1940, αυτός ο υπέροχος λαός ευτύχησε να έχει μια αντάξια Ηγεσία, σε όλη την κλίμακα της ιεραρχίας. Παράλληλα, υπήρξε καθοριστική η συμβολή του Πρωθυπουργού Ιωάννη Μεταξά και σ' αυτό τούτο το καθαρά στρατιωτικό σκέλος. Επί έτη ολόκληρα υπήρξε ο επιμελητής και ακαταπόνητος οργανωτής αυτής της καταπληκτικής νίκης.

Για την επίτευξη της νίκης είναι απαραίτητη η ύπαρξη ισχύος σε όλες τις διατάσεις της και φυσικά η ύπαρξη στρατιωτικής ισχύος, η οποία είναι κάτι περισσότερο από απλή συγκέντρωση προσωπικού, υλικού και οπλικών συστημάτων. Το 1940, η σχέση ισχύος μεταξύ Ιταλίας και Ελλάδος ήταν καταλυτική υπέρ της πρώτης σε όλα τα αντικειμενικά στοιχεία και παράγοντες ισχύος: οικονομία, πληθυσμός, αριθμός στρατευμάτων, βιομηχανική παραγωγή, οπλικά συστήματα. Και όμως, το αποτέλεσμα της σύγκρουσης ήταν αντιστρόφως ανάλογο προς αυτά τα μεγέθη ισχύος. Τι ήταν εκείνο που συνέβαλε στην ανατροπή των δεδομένων;

Η πραγματική ισχύς δεν είναι πάντοτε εκείνη που προκύπτει από τη μέτρηση των συστατικών στοιχείων που προανέφερα. Το αν η ισχύς μιας χώρας θα έχει το αναμενόμενο αποτέλεσμα, εξαρτάται από μια επιτυχημένη ή όχι εθνική υψηλή στρατηγική, από την ηγεσία η οποία υλοποιεί την εθνική στρατηγική καθώς και από άλλους μη ορατούς παράγοντες ισχύος.

Η Ιταλία, παρά το γεγονός ότι υπερείχε από πλευράς αντικειμενικών στοιχείων ισχύος έναντι της Ελλάδας, δεν πέτυχε να υλοποιήσει τους στόχους της, καταβληθείσα από τον αντικειμενικά υποδεέστερο, από πλευράς μετρήσιμων στοιχείων ισχύος, Ελληνικό Στρατό. Ποιος ήταν ο παράγων που καθόρισε το αποτέλεσμα της σύγκρουσης αυτής, ουσιαστικάστην ανατροπή των προβλέψεων στις οποίες οδηγούσε η ψυχρή λογική των αριθμών; Ικανότερη ηγεσία, υψηλότερο φρόνημα και ηθικό, αλλά και πολιτισμικά στοιχεία (αρχές, αξίες, ιστορία, παραδόσεις) τα οποία υπερίσχυσαν. Ειδικώς η ΗΓΕΣΙΑ, ως συντελεστής ισχύος, υπερίσχυσε εν προκειμένω και ανέτρεψε την υπεροχή ισχύος του αντιπάλου στα μετρήσιμα στοιχεία.

Χάρη στο ακατάβλητο θάρρος, στο υψηλό ηθικό στρατού και λαού, στο απαράμιλλο πνεύμα αυτοθυσίας των Ελλήνων, αλλά και στην άριστη προετοιμασία και διοίκηση της μάχης σε όλη την κλίμακα της ιεραρχίας, συνετρίβησαν τα σχέδια, αλλά και τα όνειρα των Ιταλών να καταγάγουν αποφασιστική νίκη, πριν από την εισβολή των Γερμανών στην Ελλάδα.

Κλείνοντας αυτή την συνοπτική αναφορά στο Έπος του '40, θα πρέπει να επισημανθεί ότι, χωρίς αμφιβολία, την Ιστορία των εθνών την γράφουν οι ηγέτες, καθώς σύμφωνα και με τον Ξενοφώντα «άνευ αρχόντων ουδέν αν ούτε καλόν ούτε αγαθόν γένοιτο». Οι ηγέτες προπορεύονται, μελετούν, σχεδιάζουν, καθοδηγούν, κατευθύνουν και εμψυχώνουν. Οι λαοί ακολουθούν τους ικανούς ηγέτες, που τους εξασφαλίζουν ότι θα τους βγάλουν με ασφάλεια από δύσκολες καταστάσεις, αναδεικνύοντας παράλληλα τις δημιουργικές δυνάμεις που κρύβουν μέσα τους. Από την άποψη αυτή, είναι τυχερά τα έθνη που σε κρίσιμες στιγμές της ιστορικής τους πορείας ευτύχησαν να έχουν ηγέτες άξιους και ικανούς να διαχειριστούν τις κρίσεις και τις δυσκολίες και να οδηγήσουν τους λαούς τους σε ανάκαμψη και σε επιτυχίες. - ΠΗΓΗ

Κάντε Like στη σελίδα μας στο facebook και ακολουθείστε μας στο Twitter

Write on Δευτέρα, 15 Αυγούστου 2016 Κατηγορία ΙΣΤΟΡΙΑ
Γράφει ο: Βασίλης Φουρτούνης: Δάσκαλος, αναπληρωματικός Αιρετός ΑΠΥΣΠΕ Αττικής, Αντιπρόεδρος Συλλόγου Εκπ/κών «Ο ΠΕΡΙΚΛΗΣ»

Την εποχή που ξεκίνησε ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, η ναυτική σημασία του γεωγραφικού χώρου και του στόλου της Ελλάδας δεν είχε την αντίστοιχη βαρύτητα που είχε εμφανίσει το καλοκαίρι του 1914. Το γεγονός αυτό που οφειλόταν: α) στο ότι η Μεγάλη Βρετανία αφ' ενός ενδιαφερόταν να προασπίσει τα συμφέροντά της στον Ινδικό και τον Ειρηνικό Ωκεανό β) τη μεγάλη ναυτική δύναμη των Γάλλων στη Μεσόγειο και γ) την αρχική ουδετερότητα της Ιταλίας. Αυτός ο συνδυασμός ήταν που γέννησε ίσως σε κάποιους την ελπίδα ότι η χώρα μας δεν θα χρειαζόταν να αναμειχθεί στον νέο αυτόν καταστροφικό πόλεμο. Τα πράγματα όμως άλλαξαν με την πτώση της Γαλλίας και την έξοδο της Ιταλίας στον πόλεμο στο πλευρό της Γερμανίας τον Μάιο του 1940.

Τους μήνες που ακολούθησαν, η καχυποψία του Μουσολίνι αναφορικά με τις γερμανοσοβιετικές επιδιώξεις στα Βαλκάνια, η πιθανότητα ότι ο αγγλικός στόλος θα κατέφευγε στα ελληνικά ύδατα στην περίπτωση που η αγγλοκρατούμενη Αίγυπτος κυριευόταν από τους Ιταλούς και ο προσανατολισμός της κυβέρνησης Μεταξά στην αγγλική πολιτική – κυριότερα δείγματα του οποίου υπήρξαν η αποδοχή της αγγλογαλλικής εγγύησης της Ελλάδας έναντι πιθανής απειλής από τον Άξονα (Απρίλιος 1939) και η άρνησή της να ανανεωθεί το Ελληνοϊταλικό Σύμφωνο Φιλίας και Συνεργασίας, τον Σεπτέμβριο του 1939 – οδήγησαν στην ωρίμαση των επεκτατικών επιδιώξεων που έτρεφε, από παλιά, το φασιστικό καθεστώς της Ιταλίας εναντίον της χώρας μας.

Τον Αύγουστο του 1940, η Γερμανία είχε θέσει ήδη υπό τον έλεγχό της το μεγαλύτερο μέρος της Ευρώπης και η Luftwaffe βομβάρδιζε ανηλεώς, αλλά χωρίς αποτέλεσμα, την τελευταία εστία αντίστασης που είχε απομείνει στις Βρετανικές Νήσους. Παράλληλα, ο Χίτλερ κατάστρωνε το πλέον μεγαλεπήβολο από τα σχέδιά του – την εισβολή στη Σοβιετική Ένωση. Το φασιστικό καθεστώς της Ιταλίας όμως δεν είχε ανάλογες επιτυχίες να επιδείξει. Ο Μουσολίνι χρειαζόταν επειγόντως μια γρήγορη και αποφασιστική νίκη, ώστε να ενισχύσει το κύρος του. Η Ελλάδα φάνταζε ιδανικός στόχος, καθώς θα εξυπηρετούσε και τα ιταλικά σχέδια για απόλυτη κυριαρχία στη Μεσόγειο.

Εξάλλου, ουδέποτε σχεδόν κατά τη διάρκεια του 20ούαιώνα οι ελληνοϊταλικές σχέσεις υπήρξαν αρμονικές: από την κατάληψη των Δωδεκανήσων έως την αμφιλεγόμενη πολιτική της Ιταλίας έναντι της ελληνικής απόβασης στη Σμύρνη και από τον βομβαρδισμό της Κέρκυρας έως τη σταθερή υποστήριξη των αλβανικών θέσεων για την Ήπειρο, η Ρώμη δεν άφηνε καμία αμφιβολία ότι θεωρούσε την Αθήνα περιφερειακό της αντίπαλο.

Για να ξεκινήσει όμως ο πόλεμος, που τόσο επιζητούσε ο Μουσολίνι, χρειαζόταν μία αφορμή. Έτσι, ήδη από το 1939, άρχισαν οι αλλεπάλληλες ιταλικές προκλήσεις, με την ελπίδα ότι η Ελλάδα θα αντιδράσει σπασμωδικά. Εντούτοις, ο τότε πρωθυπουργός Μεταξάς δεν σήκωνε το γάντι, φροντίζοντας να θωρακίσει πρώτα την άμυνα της χώρας απέναντι σε έναν αντίπαλο με αριθμητικά πολλαπλάσιες δυνάμεις. Στις 15 Αυγούστου του 1940, οι προκλήσεις ξεπέρασαν κάθε όριο, με τον απρόκλητο τορπιλισμό του καταδρομικού «ΕΛΛΗ». Το γέρικο σκαρί υπέκυψε και όλα συνέτειναν πλέον στο συμπέρασμα ότι ο πόλεμος δεν θα αργούσε. Η «εκδρομή στην Ελλάδα», που προσδοκούσε όμως ο Μουσολίνι, θα κατέληγε σύντομα σε ναυάγιο...

Οι προπολεμικές προκλήσεις
Η προετοιμασία του εδάφους για την εφαρμογή της επεκτατικής αυτής πολιτικής επιχειρήθηκε με μια σειρά από προκλήσεις ο χαρακτήρας των οποίων ήταν συχνά ναυτικός λόγω της θαλάσσιας γειτνίασης των δύο δυνάμεων. Η πρώτη από αυτές έλαβε χώρα τη 12η Ιουλίου 1940 όταν βομβαρδίστηκαν διαδοχικά από αέρος το βοηθητικό πλοίο «Ωρίων» και το αντιτορπιλικό «Ύδρα» ανοιχτά της Γραμβούσας στην Κρήτη. Τέσσερις μέρες μετά, τέσσερα ελληνικά υποβρύχια βομβαρδίστηκαν από ιταλικά αεροπλάνα, ενώ ήταν μεθορμισμένα στον κόλπο της Ιτέας. Στο τέλος του ίδιου μήνα τα ελληνικά αντιτορπιλικά, «Βασιλεύς Γεώργιος» και «Βασίλισσα Όλγα», ό,τι καλύτερο είχε τότε το ελληνικό Ναυτικό, καθώς και δύο ελληνικά υποβρύχια δέχτηκαν αιφνιδιαστική επίθεση της ιταλικής αεροπορίας. Οι ιταλικές προκλήσεις κορυφώθηκαν στις 2 Αυγούστου 1940 όταν βομβαρδίστηκε η τελωνειακή ακτοφυλακίδα Α6 την ώρα που έπλεε μεταξύ Σαλαμίνας και Αίγινας.

Η ηγεσία του Πολεμικού Ναυτικού
Τα συνεχή και ολοένα πιο προκλητικά αυτά επεισόδια δημιούργησαν εύλογη ανησυχία στην ηγεσία του Ελληνικού Πολεμικού Ναυτικού, στον βαθμό που εξέφρασε σοβαρές επιφυλάξεις όταν αποφασίστηκε από την ελληνική κυβέρνηση η συμμετοχή του εύδρομου καταδρομικού «Έλλη» στον εορτασμό της Κοίμησης της Θεοτόκου στο νησί της Τήνου. Η μονάδα αυτή, αν και σχετικά παλιά, αφού ναυπηγήθηκε τις παραμονές του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, είχε ριζικά ανακαινιστεί στη Γαλλία μεταξύ του 1925 και του 1927 και αποτελούσε την κυριότερη ναρκοθέτιδα του ελληνικού στόλου. Διέθετε επίσης δυνατότητες αποτελεσματικής συμμετοχής σε συνοδείες νηοπομπών και ανθυποβρυχιακές επιχειρήσεις. Οι επιφυλάξεις λοιπόν του Αρχηγού Στόλου, ναύαρχου Καββαδία και άλλων στελεχών του Πολεμικού Ναυτικού υπήρξαν εύλογες δεν οδήγησαν όμως στην αναίρεση της ληφθείσας απόφασης ίσως γιατί θεωρήθηκε ότι η εορτή της Κοίμησης της Θεοτόκου, που τιμάται πολύ και από τους καθολικούς Ιταλούς, δεν θα επέτρεπε την πραγματοποίηση μιας ακόμη προκλητικής ενέργειας εναντίον της χώρας μας.

Το γεγονός
Ανατέλλει η 15η Αυγούστου του 1940. Πλήθη προσκυνητές κατακλύζουν τη λευκή Τήνο, στο βαθυγάλανο ελληνικό Αιγαίο. Στον όρμο του νησιού, για να απονείμει τις καθιερωμένες τιμές, έχει φτάσει από τα ξημερώματα η "ΈΛΛΗ", το παλαιό, ιστορικό εύδρομο του ελληνικού στόλου. Σημαιοστολισμένη, κάνει να κυματίζουν τα χρώματα του έθνους πλάι στον θρησκευτικό πανηγυρισμό.

Η ώρα είναι 8:25 το πρωί και η λειτουργία είχε αρχίσει στον ναό της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, την «Παναγία της Τήνου», οπότε έγινε ο ανόσιος και ύπουλος τορπιλισμός του εύδρομου καταδρομικού ΕΛΛΗ, που ήταν αγκυροβολημένο έξω από το λιμάνι της Τήνου, συμμετέχοντας στον εορτασμό.

Η τορπίλη που εκτοξεύθηκε από το ιταλικό υποβρύχιο DELFΙΝΟ, όπως έγινε γνωστό αργότερα, χτύπησε την Έλλη ακριβώς κάτω από τον μόνο εν ενεργεία λέβητά του. Το αποτέλεσμα ήταν αυτός να εκραγεί και η έκρηξη να δημιουργήσει κάθετη ρωγμή στη δεξιά πλευρά του πλοίου, η οποία στην ίσαλο γραμμή είχε διάμετρο 10 εκατοστών. Συνάμα δημιουργήθηκε τρύπα δύο περίπου μέτρων μεταξύ των δύο καπνοδόχων του πλοίου ακριβώς πάνω από το σημείο της έκρηξης. Οκτώ μέλη του πληρώματος έχασαν τη ζωή τους, ενώ δεκάδες υπήρξαν και οι τραυματίες.

Αποτέλεσμα ήταν να βυθιστεί το πλοίο. Οι άλλες δύο τορπίλες που έβαλε το ιταλικό υποβρύχιο εναντίον των επιβατηγών πλοίων που βρίσκονταν στο λιμάνι της Τήνου ευτυχώς αστόχησαν. Η δεύτερη γκρέμισε μέρος του μόλου του λιμανιού και η τρίτη τρύπησε τον μόλο καμιά 50αριά μέτρα νοτιότερα από το σημείο που χτύπησε η δεύτερη και αντί να συνεχίσει προς το επιβατηγό πλοίο που βρισκόταν εκεί καρφώθηκε στον πυθμένα της θάλασσας σαν από πραγματικό θαύμα.

Το αιφνίδιο κτύπημα που υπέστη το ελληνικό καταδρομικό δεν βρήκε ούτε το πλήρωμά του ούτε τη ναυτική ηγεσία της χώρας απαράσκευη. Σύντονες προσπάθειες ανελήφθησαν από τον κυβερνήτη του πλοίου, Χατζόπουλο, ώστε τουλάχιστον να σωθεί το πλοίο προσαράζοντας στα αβαθή του λιμανιού, κάτι όμως που δεν κατέστη δυνατό γιατί τα συστήματα του πλοίου είχαν νεκρώσει μετά τη διάρρηξη των ατμοσωλήνων και την παρεπόμενη διακοπή της παροχής ηλεκτρικού ρεύματος. Επιπροσθέτως, το επιβατηγό «Έσπερος» που ανέλαβε τη ρυμούλκηση δεν είχε τη δυνατότητα ούτε και τα εφόλκια που θα μπορούσαν να ρυμουλκήσουν το καταδρομικό, τη στιγμή μάλιστα που η αποκρίκωση της άγκυράς του δεν υπήρξε εφικτή για μια σειρά από λόγους.

Δυστυχώς όμως, δύο φορές τα ρυμουλκά έσπασαν. Στο μεταξύ η πυρκαγιά που είχε ξεσπάσει στο «Έλλη» ανάγκασε το πλήρωμά του να το εγκαταλείψει. Τελευταίοι το εγκατέλειψαν οι αξιωματικοί και ο κυβερνήτης Χατζόπουλος. Στις 9.45' το «Έλλη» βυθίστηκε σε βάθος 30 μέτρων. Νεκρός από το πλήρωμα ήταν ο κελευστής Παπανικολάου και τραυματίες άλλοι 29, τέσσερις ήταν τέλος οι αγνοούμενοι.

Τα προηγούμενα του τορπιλισμού γεγονότα της ιταλικής προκλητικότητας έδειχναν το δράστη της επίθεσης. Η ανεύρεση από έναν δύτη κομματιών από τις τορπίλες που αστόχησαν του στόχου τους απλώς επιβεβαίωσε τις υποψίες για το δράστη. Η μία ήταν 45 εκατοστών και προκάλεσε το ρήγμα στον λιμενοβραχίονα της Τήνου ενώ η δεύτερη 53 εκατοστών, τύπου Ουάιτχεντ, που εξερράγη τρίτη. Διακρίνονται με ευκολία οι ιταλικές αναγραφές UΝΙΟΝE ΤΙΜ VERT και οι αριθμοί μητρώου κατασκευής, ενώ στο πόρισμα της 21ης Αυγούστου 1940 αναφέρει ότι στα τεμάχια των τορπίλων φαίνονται καθαρά τα γράμματα RM (REGΙΑ MΑRΙΝΑ). Δράστης της επίθεσης ήταν το ιταλικό υποβρύχιο DΕLFΙΝΟ (με κυβερνήτης τον G.ΑΙCΑRDΙ). Το DELFΙΝΟ είχε αποπλεύσει από την ιταλοκρατούμενη Λέρο με εντολή του Ιταλού κυβερνήτη της Ιταλικής Διοικήσεως των Νήσων του Αιγαίου, και εχθρικού προς τον δωδεκανησιακό λαό, Ντε Βέκι.

Οι άνθρωποι που συγκεντρώθηκαν στο λιμάνι της Τήνου το 1940 για να παρακολουθήσουν τον καθιερωμένο εορτασμό της γιορτής της Μεγαλόχαρης δεν μπορούσαν να φανταστούν ότι θα γίνονταν μάρτυρες σε αυτό που θεωρήθηκε πρελούδιο του ελληνοϊταλικού πολέμου.

Οι αυτόπτες μάρτυρες
Ο ναύαρχος Γρηγόριος Μεζεβίρης διηγείται:
«Την 15η Αυγούστου 1940, ενώ βρισκόμουνα στην Αθήνα, ο Διευθυντής της Δ.Ρ.Υ.Ν. με πληροφορούσε τον τορπιλισμό και τη καταβύθιση της ΕΛΛΗΣ από άγνωστο υποβρύχιο. Κατέβηκα αμέσως στον Ναύσταθμο και έσπευσα να συναντήσω τον Αρχηγό του Στόλου, που είχε μόλις πληροφορηθεί το γεγονός. Ήταν έξαλλος και φοβερά αγανακτισμένος κατά του Υφυπουργού. Παρά τους αιφνιδιαστικούς βομβαρδισμούς πολεμικών μας σκαφών που είχαν προηγηθεί, ένα από τα μεγαλύτερα πλοία του Στόλου είχε διαταχθεί να παραμείνει επί ώρες αγκυροβολημένο σε όρμο τελείως ανοικτό, για να μην διακοπεί η παράδοση των καλών ειρηνικών καιρών της συμμετοχής του Ναυτικού στη θρησκευτική τελετή της Τήνου! Φαίνεται, μάλιστα, ότι το Γ.Ε.Ν., για να μην διακινδυνεύσει την ΕΛΛΗ, είχε εισηγηθεί την αποστολή του α/τ «ΑΕΤΟΣ». Ο Υφυπουργός όμως, επέμενε να αποσταλεί το εύδρομο για την μεγαλοπρεπέστερη συμμετοχή του Ναυτικού στην τελετή. Τη στιγμή που η δολοφόνος τορπίλη έπληττε την ΕΛΛΗ, το πλοίο έφερε μεγάλο σημαιοστολισμό, το επιτελείο του φορούσε τη μεγάλη στολή για να συμμετάσχει στη τελετή και το άγημα ετοιμάζονταν να αποβιβαστεί στη στεριά για να αποδώσει τις τιμές. Σύμφωνα με παλιό έθιμο, στη Τήνο είχαν συρρεύσει χιλιάδες προσκυνητές που δεν φαντάζονταν ότι την εποχή εκείνη η θάλασσα έκρυβε πολλούς κινδύνους.
Ήδη, δικαιολογημένα, οι προσκυνητές αυτοί βρίσκονταν σε μεγάλη αγωνία για την ασφαλή επιστροφή τους. Αποφασίστηκε λοιπόν, να επιστρέψουν με νηοπομπή που θα συνόδευαν τα α/τ «ΒΑΣ. ΓΕΩΡΓΙΟΣ» και «ΒΑΣ. ΟΛΓΑ». Τα αντιτορπιλικά απέπλευσαν από τον Ναύσταθμο το επόμενο πρωί, προκειμένου να ειδοποιηθούν οι εμπόλεμοι για την κίνηση αυτή και να αποφευχθεί νέα... παρεξήγηση. Ο Αρχηγός του Στόλου επέβαινε στο α/τ «ΒΑΣ. ΟΛΓΑ» και εγώ στο α/τ «ΒΑΣ. ΓΕΩΡΓΙΟΣ». Κατά τον πλου είχαν ληφθεί τα συνήθη σε καιρό πολέμου μέτρα. Ενώ παραπλέαμε τη Σύρο φάνηκε, σε ύψος 2.000 μέτρων περίπου αεροσκάφος στο οποίο δεν διακρίνονταν χαρακτηριστικά εθνικότητας με κατεύθυνση προς το α/τ «ΒΑΣ. ΓΕΩΡΓΙΟΣ». Διέταξα τον αξιωματικό πυροβολικού του πλοίου οι σκοπευτές των Α/Α να παρακολουθούν το αεροσκάφος και τα πυροβόλα να ετοιμαστούν για έναρξη πυρός. Σε λίγο, δέσμη οκτώ μικρών βομβών έπεφτε σε απόσταση μερικών εκατοντάδων μέτρων από το α/τ «ΒΑΣ. ΓΕΩΡΓΙΟΣ», αμέσως το πλοίο άρχισε να βάλλει κατά του αεροσκάφους και διαταζόταν «πλους ελίγδην» με πάση ταχύτητα, προκειμένου να διαταραχθεί η σκόπευση του αεροσκάφους. Ακολούθησε η πτώση άλλων δυο δεσμών των οκτώ βομβών και η τελευταία έπεσε μερικές δεκάδες μέτρα από το πλοίο. Δυστυχώς η ισχυρή θαλασσοταραχή δυσκόλευε πολύ τη σκόπευση των πολυβόλων μας και παρά το εντατικό πυρ το αεροσκάφος δεν κτυπήθηκε, αλλά ανέβηκε σε μεγάλο ύψος και εξαφανίστηκε στον ορίζοντα.
Κατά τον κατάπλου στην Τήνο, το α/τ «ΒΑΣ. ΟΛΓΑ» αγκυροβόλησε, ενώ για προστασία, το α/τ «ΒΑΣ. ΓΕΩΡΓΙΟΣ» κινούνταν με μεγάλη ταχύτητα γύρω από το αγκυροβόλιο. Κανένα από τα πλοία μας δεν διέθετε την εποχή εκείνη συσκευή εντοπισμού υποβρυχίων. Όπως εξακριβώθηκε, εκτός από την μοιραία τορπίλη που είχε βυθίσει την ΕΛΛΗ, είχαν βληθεί άλλες δυο τορπίλες που είχαν προσκρούσει στον κυματοθραύστη. Διαπιστώθηκε, από θραύσματα των τορπιλών που βρέθηκαν, ότι ήταν ιταλικής προέλευσης. Όσον αφορά το μικρό μας εύδρομο, το μόνο ίχνος του που βρήκαμε ήταν η άκρη του καταρτιού του που προεξείχε από τη θάλασσα.
Αποπλεύσαμε από την Τήνο τις πρώτες απογευματινές ώρες συνοδεύοντας τα πλοία των προσκυνητών και χωρίς άλλο επεισόδιο καταπλεύσαμε στον Πειραιά. Πλήθη κόσμου και μέλη της Κυβερνήσεως περίμεναν με αγωνία τον κατάπλου της νηοπομπής.»

«Δεν θα ξεχάσω ποτέ τα κεφάλια των ναυτών»
Οι άνθρωποι που συγκεντρώθηκαν στο λιμάνι της Τήνου το 1940 για να παρακολουθήσουν τον καθιερωμένο εορτασμό της γιορτής της Μεγαλόχαρης δεν μπορούσαν να φανταστούν ότι θα γίνονταν μάρτυρες σε αυτό που θεωρήθηκε πρελούδιο του ελληνοϊταλικού πολέμου.
«Ολα έμοιαζαν να κυλούνκανονικά, η μέρα ήταν ηλιόλουστη,μικροπωλητές διαλαλούσαν την πραμάτεια τους στον δρόμο, ενώ κάποια βαπόρια είχαν σταθμεύσει στο λιμάνι προκειμένου να παρακολουθήσουν τον εορτασμό. Το "Έλλη" που εκπροσωπούσε το Πολεμικό Ναυτικό, όπως γινόταν κάθε χρόνο με κάποιο πολεμικό πλοίο στον εορτασμό, βρισκόταν αγκυροβολημένο σε απόσταση περίπου 600 μέτρων. Κατά τις 8.30 πέταξε σε χαμηλό ύψος πάνω από το λιμάνι ένα αεροπλάνο, ο κόσμος το θεώρησε ελληνικό και το χαιρέτησε βγάζοντας το καπέλο και κουνώντας τα μαντίλια του » θυμάται ο συνταξιούχος εκπαιδευτικός Γιώργος Αμιραλής ο οποίος την εποχή εκείνη ήταν μαθητής Δημοτικού... Όπως αποδείχτηκε τελικά το αεροπλάνο ήταν εκεί για να κάνει αναγνώριση πριν από την επίθεση του ιταλικού υποβρυχίου «Ντελφίνο» που ακολούθησε.
Ξαφνικά ακούγεται ένας τρομακτικός θόρυβος. « Καθόμουν σε μια βαρκούλα αραγμένη στο λιμάνι. Ακούγεταιτο μπαμ, βλέπω το κατάρτι και τις σημαίες με τις οποίες ήταν στολισμένο το πλοίο να κατεβαίνουν σιγά σιγά. Μόλις ακούστηκε ο θόρυβος επικράτησε πανικός, μας λέγανε "απομακρυνθείτε, έγινε έκρηξη στα καζάνια του Ελλη", δεν είχαν περάσει παρά λίγα λεπτά όταν μια δεύτερη τορπίλη χτύπησε στον μόλο. Από την έκρηξη υψώθηκαν νερά, πέτρες και θραύσματα της τορπίλης » μας λέει ο συνταξιούχος ναυτικός Γιώργος Μαλλιάρης. Σύμφωνα με μαρτυρίες της εποχής από τη δεύτερη έκρηξη μια γυναίκα, αρμενικής καταγωγής, έχασε τη ζωή της από ανακοπή καρδιάς.

Η τρίτη τορπίλη
Δευτερόλεπτα αργότερα ακολουθεί η τρίτη τορπίλη. Αυτή θα μπορούσε να είναι η πλέον μοιραία αφού στόχο έχει τα γεμάτα με κόσμο επιβατηγά πλοία που είναι αραγμένα στο λιμάνι. «Τρύπησε τον μόλο καμιά 50αριά μέτρα νοτιότερα από το σημείο που χτύπησε η δεύτερη και αντί να συνεχίσει προς το επιβατηγό πλοίο που βρισκόταν εκεί καρφώθηκε στον πυθμένα της θάλασσας, πραγματικόθαύμα » θυμάται ο κ. Αμιραλής.

Την ίδια ώρα πάνω στο πλοίο τα μέλη του πληρώματος μάχονται για τη σωτηρία τους. Υπάρχει ήδη ένας βεβαιωμένος νεκρός, αρκετοί τραυματίες και αγνοούμενοι. Όσοι βρίσκονταν την ώρα του τορπιλισμού στο κατάστρωμα τινάχτηκαν και είτε έπεσαν στη θάλασσα είτε ξαναβρέθηκαν στο κατάστρωμα χτυπημένοι. Υπήρχαν όμως και εκείνοι που την ώρα της επίθεσης βρίσκονταν στις καμπίνες τους.
«Αυτό που δεν θα ξεχάσω ποτέ είναι τα κεφάλια των ναυτών που είχαν κολλήσει στα φινιστρίνια την ώρα που το πλοίο σιγά σιγά βυθιζόταν,» λέει συγκινημένος ο Αντώνης Κούλης, μαθητής Δημοτικού τότε, ο οποίος παρακολούθησε και αυτός από κοντά το δράμα της 15ης Αυγούστου 1940.
Αφού έχει καταλαγιάσει κάπως ο πανικός από τις τρεις τορπίλες, το επιβατηγό «Έσπερος» που ήταν ελλιμενισμένο σπεύδει να βοηθήσει το «Έλλη». Επί του σκάφους, πλέον, από τα 200 περίπου άτομα του πληρώματος βρίσκονται μόνο ο πλοίαρχος και οκτώ αξιωματικοί. « Το "Έσπερος" προσπάθησε να ρυμουλκήσει το πλοίο. Το δυσκόλευε το γεγονός ότι το "Έλλη" συνέχιζε να είναι αγκυροβολημένο αφού δεν είχε γίνει δυνατόν να κοπεί η αλυσίδα του. Η πλώρη του "Έλλη" ήταν ήδη μισοβυθισμένη ενώ υπήρχαν και μαύροι καπνοί. Κάποια στιγμή τα σκοινιά του "Εσπερου" δεν άντεξαν και κόπηκαν » θυμάται ο κ. Κούλης.

Κοινό μυστικό
Η κυβέρνηση Μεταξά που μέσα στο περιβάλλον του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου προσπαθούσε να παραμείνει ουδέτερη δεν ανακοίνωσε την ταυτότητα του δράστη του τορπιλισμού, η οποία παρέμενε κοινό μυστικό. «Σχεδόν αμέσως μετά τον τορπιλισμό αρχίσαμε να συζητάμε μεταξύ μας ότι οι δράστες ήταν οι Ιταλοί. Μας το επιβεβαίωσαν και οι άνθρωποι που ήρθαν να ερευνήσουν το περιστατικό και εντόπισαν την προέλευση των τορπιλών » θυμάται ο κ. Μαλλιάρης.
«Για εμάς τους Τηνιακούς το έπος του ΄40 ξεκινά με τον τορπιλισμό της "Έλλης". Όταν το πλοίο βυθίστηκε, μια άσπρη λαδιά έμεινε σημάδι πάνω στη θάλασσα. Τον καιρό της Κατοχής όταν η θάλασσα ήταν γαλήνια η λαδιά διακρινόταν από το λιμάνι » καταλήγει ο κ. Αμιραλής.
«Έγινε παλιοσίδερα στην Ιταλία»

Από τη δεκαετία του 1950 το κουφάρι του «Έλλη» δεν βρίσκεται πια στον βυθό της θάλασσας.«Το πραγματικά εξοργιστικό είναι ότι το ελληνικό κράτος ήρθε σε συμφωνία με ιταλική εταιρεία και ανέλαβε εκείνη την ανέλκυση του πλοίου μεταφέροντας τα υπολείμματα στην Ιταλία για να γίνουν παλιοσίδερα. Θα έπρεπε να βρίσκονται εδώ σε κάποιο μουσείο » λέει ο κ. Σάββας Απέργης(φωτογραφία), πρώην δήμαρχος της Τήνου. Ο κ.Απέργης θυμάται τις στιγμές που ακολούθησαν τον τορπιλισμό. «Ύστερα από προτροπή του Μητροπολίτη Φιλάρετου η λιτανεία με την ιερή εικόνα έγινε κανονικά» θυμάται ο πρώην δήμαρχος, που επί δημαρχίας του κατασκευάστηκε το μνημείο του «Έλλη» το οποίο βρίσκεται σήμερα στο λιμάνι του νησιού.
«Φυσικά η λιτανεία είχε πένθιμο χαρακτήρα. Ο κλήρος δεν φορούσε τα προβλεπόμενα για την περίσταση εορταστικά άμφια, αλλά το μαύρο ράσο. Ηταν το ελάχιστο που μπορούσε να γίνει για τους εννιά ναυτικούς που χάθηκα ν » υπογραμμίζει ο κ. Αμιραλής.

Οι άνθρωποι που συγκεντρώθηκαν στο λιμάνι της Τήνου το 1940 για να παρακολουθήσουν τον καθιερωμένο εορτασμό της γιορτής της Μεγαλόχαρης δεν μπορούσαν να φανταστούν ότι θα γίνονταν μάρτυρες σε αυτό που θεωρήθηκε πρελούδιο του ελληνοϊταλικού πολέμου.

Τα αίτια
Τα άμεσα αίτια του τορπιλισμού της«Έλλης» δεν είναι ακόμα σαφή. Ορισμένες πηγές κατατείνουν στο συμπέρασμα ότι ο Μουσολίνι είχε αποφασίσει να εισβάλει στην Ελλάδα ακριβώς τότε και θεώρησε πως ο τορπιλισμός του ελληνικού πολεμικού θα διευκόλυνε τα σχέδιά του. Άλλοι, όπως ο τότε Ιταλός πρέσβης στην Αθήνα, Εμανουέλε Γκράτσι, εικάζουν ότι η κίνηση αυτή υπήρξε προϊόν της οργής του Μουσολίνι, όταν πληροφορήθηκε την άποψη που εξέφρασε ο Μεταξάς στον Γερμανό πρέσβη στην Αθήνα, Πρίγκιπα Ερμπαχ, ότι δηλαδή η Ελλάδα δεν μπορούσε να αγνοήσει τη βρετανική ναυτική ισχύ στη Μεσόγειο.

Ο υφυπουργός Εξωτερικών και γαμπρός του Μουσολίνι, Τσιάνο, αποδίδει τον τορπιλισμό της «Έλλης» στην προπέτεια του Ντε Βέκι, του Ιταλού διοικητή των Δωδεκανήσων και κορυφαίου στελέχους του φασιστικού καθεστώτος. Τέλος, οι επιχειρήσεις που ανέλαβε ο Αϊκάρντι, Ο κυβερνήτης του ιταλικού υποβρυχίου DELFΙΝΟ που τορπίλισε την «Έλλη», πιθανώς να εντάσσονταν στο ευρύτερο πλαίσιο της παρεμπόδισης των αγγλικών συγκοινωνιών με τη Μαύρη Θάλασσα, από το ιταλικό ναυτικό, τουλάχιστον αν ληφθεί υπόψη η ασάφεια και η προχειρότητα των οδηγιών που αυτός έλαβε.

Θα πρέπει να δεχθούμε ως περισσότερο σωστή την άποψη του Γκράτσι, ο οποίος αποκάλυψε μετά τον πόλεμο ότι τα πραγματικά αίτια του τορπιλισμού ήταν αφενός μεν η εξεύρεση μιας αφορμής για να αρχίσει ο πόλεμος μεταξύ Ελλάδας-Ιταλίας και αφετέρου δε η επιθυμία της φασιστικής κυβέρνησης του Μουσολίνι να προβεί σε επίδειξη δύναμης. Όμως όπως παραδέχεται ο Γράτσι, ο τορπιλισμός της Έλλης δημιούργησε κλίμα εθνικής ενότητας στην Ελλάδα και ταυτόχρονα συναισθήματα της οργής και αγανάκτησης κατά του Μουσολίνι. Αυτά τα δύο δεδομένα βοήθησαν να προετοιμαστεί καλύτερα το έδαφος, ώστε ο ελληνικός λαός αποχτήσει ομόθυμη θέληση για αγώνα κατά των εισβολέων της Πίνδου.

Όπως εύστοχα παρατηρεί ο Γκράτσι: «Η ιταλική κυβέρνηση μπορούσε να υπερηφανεύεται γιατί είχε κατορθώσει να συσπειρώσει σε μια αρραγή ψυχική ενότητα έναν λαό βαθιά διαιρεμένο από αγεφύρωτες πολιτικές διαφορές και από βαθιά και παλιά πολιτικά μίση, γιατί είχε εμπνεύσει τη γενναία και ακλόνητη απόφαση να πεθάνει εν ανάγκη για την πατρίδα του».

Εξωτερική πολιτική Μεταξά - Διαχείριση του ζητήματος ταυτότητας του υποβρυχίου
Η κυβέρνηση του Μεταξά ακολουθούσε σταθερά την πολιτική του κατευνασμού. Δεν επιθυμούσε να οξύνει το κλίμα μεταξύ της Ελλάδας και της Ιταλίας, γιατί δεν επιθυμούσε να δώσει την αφορμή στη δεύτερη να ξεκινήσει πολεμικές επιχειρήσεις εις βάρος της Ελλάδας. Η πολιτική της ουδετερότητας που ακολουθούσε έως τότε η ελληνική κυβέρνηση συσχετίζεται με την πολιτική κατευνασμού που ακολούθησαν οι Μεγάλες Δυνάμεις έναντι της ναζιστικής Γερμανίας. Η προσπάθεια για ουδετερότητα και σεβασμό της εδαφικής ακεραιότητας της Ελλάδας, που εξέφραζε ο Μεταξάς, κορυφώθηκε στις 10 Ιουνίου 1940 όταν η Ιταλία μπήκε στον πόλεμο, όμως το γεγονός της Τήνου αποτέλεσε το έναυσμα για την πολεμική κινητοποίηση της χώρας. Ήδη από το 1938 ο Μεταξάς επιζητούσε τη σύναψη συμμαχίας με τη Μ. Βρετανία. Ενώ σε ιδιόχειρο σημείωμά του τόνιζε ότι η Ελλάδα έχει λάβει: «...Απόφασις αμύνης της Ελλάδος μέρχις εσχάτων και θυσίας της παρά να υποκύψη... εις τας ιταλικάς αξιώσεις».

Με βάση τα παραπάνω είναι αναμενόμενο το ανακοινωθέν του Υπουργείου Ναυτικών της 16ης Αυγούστου που λέει: «...σημαιοστόλιστον εβλήθη δια τορπιλλών αγνώστου εθνικότητος υποβρυχίου», ενώ ταυτόχρονα ο Μεταξάς με την υπ. αρ. 407 απόρρητη διαταγή του, στις 16 Αυγούστου συστήνει επιτροπή, η οποία καταλήγει σε πόρισμα την 21η Αυγούστου. Η ανακοίνωση αυτολύ του πορίσματος προς τον ελληνικό λαό γίνεται στις 30 Οκτωβρίου 1940, όταν πλέον είχε ξεσπάσει ο ελληνοϊταλικός πόλεμος και δεν υπήρχε ανάγκη διατήρησης του απόρρητου χαρακτήρα του πορίσματος. Την επομένη του Δεκαπενταύγουστου όμως και ενώ ο λαός υποψιάζεται και οι δημοσιογράφοι γνωρίζουν, ο Μεταξάς συγκεντρώνει τους αρχισυντάκτες των εφημερίδων στο ξενοδοχείο Μ. Βρετάνια και τους ανακοινώνει ότι η εθνικότητα του υποβρυχίου ήταν ιταλική, αλλά για λόγους πολιτικούς δεν θα έπρεπε αυτό να δημοσιευτεί. Χαρακτηριστικό είναι το δημοσίευμα της εφημερίδας «Ασύρματος» της 16.08.1940: «ετορπιλλίσθη χθες το καταδρομικόν Έλλη υπό αγνώστου υποβρυχίου».

Στις 18 Αυγούστου 1940 αξιωματούχος της ιταλικής πρεσβείας υποβάλλει συλλυπητήρια στην ελληνική κυβέρνηση και διαβεβαιώνει ότι η Ιταλία δεν έχει σχέση με το συμβάν. Αντίθετα κατηγορεί τη Μ. Βρετανία για προβοκάτσια, προκειμένου να δημιουργηθεί ένταση στα Βαλκάνια.

Κάντε Like στη σελίδα μας στο facebook και ακολουθείστε μας στο Twitter

Write on Τετάρτη, 30 Ιουλίου 2014 Κατηγορία ΙΣΤΟΡΙΑ

Ήδη από τις αρχές του 1937 ξεκίνησαν οι πρώτες συνωμοσίες σε Αθήνα και Κρήτη για την οργάνωση μιας εξέγερσης που θα ανέτρεπε το καθεστώς της 4ης Αυγούστου. Ένας πρώτος αντιδικτατορικός πυρήνας είχε σχηματιστεί στην Κρήτη από Βενιζελικούς πολιτευτές και στελέχη, όπως ο Μανούσος Βολουδάκης, ο Ιωάννης Μουντάκης (δήμαρχος Χανίων), ο Σήφης Σπαντιδάκης, ο Μανώλης Γερογιάνης, ο Εμμανουήλ Μπακλατζής και ο Ιωάννης Παΐζης. Ο πυρήνας αυτός βρισκόταν σε επαφή με τον Αριστομένη Μητσοτάκη, παλαιό υπουργό και στέλεχος των "Φιλελευθέρων", που διεξήγαγε στην Αθήνα συνεννοήσεις με εξέχουσες βενιζελικές προσωπικότητες όπως ο Περικλής Αργυρόπουλος αλλά κυρίως με τους απότακτους Βενιζελικούς στρατηγούς Αχιλλέα Πρωτοσύγγελο, Ηλία Διάμεση, Κωνσταντίνο και Θεόδωρο Μανέττα, οι οποίοι υποτίθεται ότι θα εξασφάλιζαν την συμμετοχή μονάδων του στρατού μέσω κατώτερων αξιωματικών εν ενεργεία που επηρέαζαν.

Ο υποστράτηγος Αχ. Πρωτοσύγγελος, φανατικός απόστρατος Βενιζελικός αξιωματικός εκ των πρωταγωνιστών της "επανάστασης του 1922", σημαντικό μέλος του "στρατιωτικού συνδέσμου" και συμμετέχων στο κίνημα του 1935, κατέστρωσε ένα σχέδιο που προέβλεπε εξέγερση στα Χανιά που θα εξελισσόταν σε επανάσταση ολόκληρης της Κρήτης και των φρουρών της που θα προσχωρούσαν στο κίνημα κατά το προηγούμενο του κινήματος του 1935. Αν ο Μεταξάς αποφάσιζε να χτυπήσει στρατιωτικά την εξέγερση, οι Κρητικοί όφειλαν να αντέξουν τρεις η τέσσερις ημέρες, ώστε να κινητοποιηθούν όλες οι αντιδικτατορικές δυνάμεις στην Ηπειρωτική Ελλάδα. Το φιλόδοξο σχέδιο προέβλεπε την ανατίναξη του εργοστάσιου ηλεκτρικής ενέργειας από σαμποτέρ, την κατάληψη του ραδιοφωνικού σταθμού Αθηνών και την εκπομπή επαναστατικών μηνυμάτων, την προσχώρηση λόχων στο κίνημα από τις μονάδες των Αθηνών καθώς εννέα Λοχαγοί φέρονταν ως μυημένοι στην κίνηση, τέλος την σύλληψη του Μανιαδάκη από μυημένους αξιωματικούς της Χωροφυλακής και της Αστυνομίας Πόλεων.
Το κύριο βάρος της προσπάθειας όμως θα αναλάμβανε η Κρήτη, που ήταν και η σημαντικότερη νησίδα αντίστασης κατά του Μεταξά ως παλαιό Βενιζελικό προπύργιο. Σοβαρή οικονομική βοήθεια πρόσφερε μυστικά στους κινηματίες και ο διευθυντής της τράπεζας της Ελλάδος Εμμανουήλ Τσουδερός, που επιθυμούσε την πτώση του Μεταξά (αργότερα ο Μεταξάς θα ανακαλύψει την δράση του Τσουδερού και θα τον θέσει σε κατ΄οίκον περιορισμό). Αρχικώς το κίνημα ήταν να εκδηλωθεί τον Μάρτιο του 1938, αλλά οι συνωμότες αποφάσισαν να το αναβάλλουν για το καλοκαίρι. Τον Ιούνιο του 1938 έγιναν αθρόες συλλήψεις στην Αθήνα αντιφρονούντων απόστρατων και εν ενεργεία αξιωματικών που οδήγησαν στην εξάρθρωση της "μυστικής οργάνωσης των υπαξιωματικών" και υπονόμευσαν αποφασιστικά την πιθανότητα επιτυχίας του κυοφορούμενου κινήματος στον στρατό.

Ο Αριστομένης Μητσοτάκης ταξίδεψε στην Κρήτη στα μέσα Ιουλίου του 1938 αποφασισμένος να ηγηθεί της εξέγερσης και να μην φύγει από το νησί χωρίς να έχει γίνει η κίνηση. Στις συνεννοήσεις που προηγήθηκαν, προσχώρησε και το ΚΚΕ στην εξέγερση με κύριους εκφραστές τον Βαγγέλη Κτιστάκη και τον Μάρκο Βαφειάδη που είχε σταλεί από την Αθήνα για τον λόγο αυτό. Το πρωί της 28ης Ιουλίου ο Μητσοτάκης ενημέρωσε τους μυημένους ότι την νύχτα θα ξεκινούσε η εξέγερση χωρίς άλλη αναβολή. Οι συνεννοήσεις στα Χανιά γίνονταν πλέον δημοσίως χωρίς καμία μυστικότητα και οι αρχές ήδη είχαν ενημερωθεί ότι κάτι ετοιμαζόταν. Ο Μανιαδάκης διέταξε την σύλληψη του Μητσοτάκη και άλλων Βενιζελικών, αλλά ήταν πλέον αργά.

Το μεσημέρι της 28ης Ιουλίου εκπρόσωποι των ενόπλων ομάδων που θα κινούνταν συναντήθηκαν στο δημαρχείο των Χανίων φανερά χωρίς καμία συνωμοτικότητα και εντελώς πρόχειρα μοίρασαν τους χώρους και τα κρατικά κτήρια εναντίον των οποίων θα δρούσαν. Ακολούθως, την νύχτα της 28ης προς 29ης Ιουλίου ένοπλες ομάδες επαναστατών κατέλαβαν τους σταθμούς χωροφυλακής, το δημαρχείο και με μια τολμηρή κίνηση το στρατόπεδο του 14ου Συτάγματος που είχε έδρα τα Χανιά, χωρίς να συναντήσουν την παραμικρή αντίσταση. Η στρατιωτική και πολιτική ηγεσία του νησιού συνελήφθη στα γραφεία του συντάγματος (ανάμεσα τους ο Γενικός διοικητής Σφακιανάκης), ενώ αποσπάσματα των εξεγερμένων κατέλαβαν τα γραφεία της Γενικής Διοίκησης και το τηλεγραφείο. Από εκεί εξέπεμψαν διάγγελμα απευθυνόμενο στον Βασιλιά και τις ένοπλες δυνάμεις με το οποίο ζητούσαν την αποπομπή της κυβέρνησης Μεταξά και τον σχηματισμό Οικουμενικής κυβέρνησης. Κάποιοι υποστήριξαν ότι το διάγγελμα έμοιαζε ηητοπαθές και δεν έπρεπε να απευθύνεται στον Βασιλιά καθώς στήριζε την 4η Αυγούστου, ο Μητσοτάκης όμως επέμεινε για το αντίθετο ως το τέλος και επέβαλλε την θέληση του. Στρατιωτικός διοικητής των εξεγερμένων υπέγραφε ο απόστρατος Εμμανουήλ Μάντακας, που είχε αναγνωριστεί ομόφωνα ως ο στρατιωτικός ηγέτης των εξεγερμένων.

Η αυτόβουλη διάλυση των εξεγερμένων
Η κυβέρνηση ενημερώθηκε για το κίνημα από το διάγγελμα και αναμφίβολα αιφνιδιάστηκε παρά τις πληροφορίες που είχε ο Μανιαδάκης ότι κάτι ετοιμαζόταν. Αφού συνήλθε από την αρχική έκπληξη του, ο Μεταξάς αποφάσισε να χτυπήσει σκληρά τους εξεγερμένους και για τον λόγο αυτό εξασφάλισε την τηλεφωνική έγκριση του Βασιλιά που παραθέριζε στην Κέρκυρα. Αμέσως μετά απέστειλε στην Κρήτη ένα στολίσκο αντιτορπιλικών, ενώ μετέφερε στην Μήλο δύο λόχους πεζικού και δύναμη χωροφυλακής υπό την ηγεσία του στρατηγού Τσολάκογλου με σκοπό αυτές οι δυνάμεις να μεταφερθούν στο νησί και να καταπνίξουν την εξέγερση. Τελικώς όμως τίποτε από όλα αυτά δεν χρειάστηκε καθώς η εξέγερση στην κυριολεξία αυτοδιαλύθηκε μέσα σε λίγες ώρες με έναν εντελώς αλλόκοτο και απρόσμενο τρόπο.

Το πρώτο χτύπημα στο ηθικό των εξεγερμένων επιτεύχθηκε όταν κυβερνητικά αεροπλάνα έριξαν προκηρύξεις με σκληρές δηλώσεις του Μεταξά που προειδοποιούσαν τους στασιαστές με άμεση επέμβαση και τιμωρία. Ακολούθησε το συλλαλητήριο των εξεγερμένων μπροστά στο δημαρχείο όπου ο Μητσοτάκης αποκάλυψε στο πλήθος ότι κανείς άλλος δεν είχε κινηθεί σε όλη την Κρήτη, τους ζήτησε να επιστρέψουν στα σπίτια τους για να φάνε (!) και μετά να γίνει επιστράτευση για να κατευθυνθούν στο Ηράκλειο και να το καταλάβουν. Οι λόγοι αυτοί ήταν εντελώς ακατάλληλοι για την περίσταση, πάγωσαν εντελώς τους προσχωρήσαντες που κατάλαβαν ότι ήταν εντελώς απομονωμένοι από την υπόλοιπη Ελλάδα και ουσιαστικά χωρίς ελπίδα. Σιγά - σιγά ο κόσμος αραίωνε και όλοι κατευθύνονταν στα σπίτια τους και στα χωριά τους για να μην επιστρέψουν εκ νέου. Την ίδια στιγμή εκτός του Μάντακα που σχεδίαζε επιστρατεύσεις επί χάρτου στο στρατόπεδο που είχε καταληφθεί, κάθε οργάνωση των επαναστατών είχε παραλύσει και ακόμη και ο ίδιος ο Μητσοτάκης σκεφτόταν πως να αναστείλει την ενέργεια.

Οι χωροφύλακες δεν αφοπλίστηκαν από τους κινηματίες, αλλά περιέργως θεωρήθηκαν ως εν δυνάμει σύμμαχοι. Ακόμα και οι μονάδες του συντάγματος δεν αφοπλίστηκαν εντελώς, ενώ η αποθέωση της ανικανότητας ήταν όταν επετράπη στον Γενικό διοικητή του νησιού Σφακιανάκη να επιστρέψει σπίτι του χωρίς να του διακόψουν το...τηλέφωνο. ο Σφακιανάκης έδωσε συναγερμό στις κυβερνητικές δυνάμεις που σε λίγες ώρες είχαν επανακαταλάβει όλα τα κρατικά κτήρια σχεδόν χωρίς να συναντήσουν αντίσταση, εκτός από μια μικρή ανταλλαγή πυρών στο στρατώνα του συντάγματος με έναν νεκρό πολίτη (Κουρινάκη) και τον τραυματισμό τριών χωροφυλάκων. Ο Σφακιανάκης τηλεγράφησε ο ίδιος στην κυβέρνηση από την έδρα του συντάγματος ότι η εξέγερση είχε καταπνιγεί και δεν χρειαζόταν άλλη κινητοποίηση. Οι ένοπλες ομάδες των επαναστατών διέφυγαν στην ύπαιθρο των Χανίων όπου συντηρούνταν επί μήνες από τους χωρικούς, εν γνώσει της κυβέρνησης.

Ακολούθησε ένα κύμα συλλήψεων πολιτικών και στρατιωτικών προσωπικοτήτων στην Αθήνα που ήταν αντίπαλοι της 4ης Αυγούστου (Στυλιανός Γονατάς, Πρωτοσύγγελος, οι απότακτοι ναύαρχοι Κολιαλέξης και Δεμέστιχας, ο Ιωσήφ Κούνδουρος, ο Κ. Ρέντης κ.α) και είχαν συμμετάσχει στην συνωμοσία η γνώριζαν για αυτή, αλλά και στα Χανιά όπου συνελήφθησαν εκατοντάδες ιδιώτες που είχαν λάβει τα όπλα, αλλά όχι οι πρωταίτιοι που είχαν καταφύγει στην ύπαιθρο μάλλον με την ανοχή της κυβέρνησης που δεν ήθελε μια βίαιη λύση του ζητήματος τους. Μετά από μια εξαήμερη τυπική διαδικασία, το έκτακτο στρατοδικείο των Χανίων καταδίκασε ερήμην σε θάνατο τους πρωταίτιους Μητσοτάκη, Βολουδάκη, Μουντάκη και Μπακλατζή και σε ισόβια τον Μάντακα και τρεις ακόμη. Δεκάδες επαγγελματικοί σύλλογοι και σωματεία της Κρήτης εξέδωσαν ψηφίσματα κατά των στασιαστών, ενώ δοξολογίες έλαβαν χώρα στις εκκλησίες όλης της Ελλάδας, υπέρ της κυβέρνησης και της 4ης Αυγούστου του Μεταξά.

Οι ένοπλοι (γύρω στους 400ους) που είχαν ξεφύγει, περιπλανήθηκαν στην ύπαιθρο της Κρήτης ζώντας στην παρανομία και σχεδιάζοντας μια πιθανή επίθεση κατά των Χανίων. Εκτός του ότι το σχέδιο αυτό ήταν εντελώς ανεδαφικό καθώς οι κυβερνητικές δυνάμεις ήταν πολλαπλάσιες και οι εξεγερμένοι δεν είχαν καθόλου πυρομαχικά, υπήρχαν έριδες μεταξύ των ομαδαρχών με αποτέλεσμα να έχουν παραλύσει πλήρως και να μην αναπτύσσουν την παραμικρή δραστηριότητα. Σύντομα συμβιβάστηκαν με την τύχη τους και με την ανοχή των Αρχών, οι πρωταίτιοι επιβιβάστηκαν σε ένα πλοίο που τους μετέφερε στην Κύπρο. Ανάμεσα στους επιβαίνοντες ήταν οι Αριστομένης Μητσοτάκης, Μανούσος Βολουδάκης και Εμμανουήλ Μπακλατζής, ο Ιωάννης Μουντάκης. Μαζί τους ήταν και οι Εμμανουήλ Κοτζάμπασης, Ηρακλής Μπριλλάκης, Σταύρος Παπαδοκωνσταντάκης, ο απότακτος λοχαγός Ιωάννης Σιμιτόπουλος, και οι Ρούσος Τσιγγουνάκης και Βαγγέλης Χατζηαγγελής (οι δύο τελευταίοι, στελέχη του ΚΚΕ).

Αιτίες της αποτυχίας του κινήματος
Το κίνημα της 28ης-29ης Ιουλίου ήταν το μοναδικό ένοπλο κατά της 4ης Αυγούστου και διήρκεσε μόλις 7 ώρες. Ήταν τόσο άσχημα οργανωμένο, ώστε οι μυημένες φρουρές στην Ηπειρωτική Ελλάδα δεν κινήθηκαν, καθώς το νέο της αποσύνθεσης των εξεγερμένων πρόλαβε το νέο του ξεκινήματος της εξέγερσης. Οι υπόλοιπες επαρχίες της Κρήτης δεν ήταν ενημερωμένες, ούτε είχαν αναπτυχθεί επαναστατικοί πυρήνες σε αυτές. Οι ηγέτες της εξέγερσης και κυρίως ο Μητσοτάκης, ήταν εντελώς ακατάλληλοι για αυτό που ανέλαβαν, δεν είχαν κανένα σχέδιο και δεν επέδειξαν την παραμικρή τόλμη κι ενθουσιασμό στοιχεία απαραίτητα σε τέτοιου είδους επιχειρήσεις. Ουσιαστικά εξέθεσαν κάποιες εκατοντάδες αντιφρονούντες στην 4η Αυγούστου, οδηγώντας αυτούς είτε στην φυλακή είτε στην αυτοεξορία και την παρανομία. Ουσιαστικά θα λέγαμε επί το λαϊκότερον "τους πήραν στον λαιμό τους".

Επίσης είναι γεγονός ότι οι Βενιζελικοί δεν επεδίωκαν μια ένοπλη αναμέτρηση κατά το υπόδειγμα του κινήματος του 1935, αλλά μάλλον ένα ένοπλο κατά το δυνατό ειρηνικό εξαναγκασμό του Γεωργίου σε κάποιου είδους συμβιβασμό και αυτό κατά την γνώμη μας συνέβαινε γιατί γνώριζαν ότι ο Γεώργιος είχε την ανεπιφύλακτη υποστήριξη των Άγγλων. Αυτή η εφεκτική στάση απογοήτευσε

Κρατούμενοι που συμμετείχαν στο κίνημα των Χανίων
τους πιο δυναμικούς και ενίσχυσε τους μετριοπαθείς. Και το ΚΚΕ φάνηκε εντελώς ανέτοιμο να βοηθήσει, καθώς ήταν άστοχη η τοποθέτηση του Βαφειάδη στο νησί, καθώς αυτός δεν γνώριζε την νοοτροπία των κατοίκων και τις ιδιαιτερότητες της περιοχής. Στο συλλαλητήριο των Χανίων άλλωστε, δεν εμφανίστηκε εκπρόσωπος του ΚΚΕ, καθώς το κόμμα δεν ήταν αρεστό σε πολλούς Βενιζελικούς.

Είναι επίσης αναμφίβολο πως ο Βασιλιάς και κατ΄ επέκταση και ο Μεταξάς, είχαν τον απόλυτο έλεγχο του στρατού λόγω της μαζικής αποστρατείας των Βενιζελικών αξιωματικών μετά το κίνημα του 1935 και οι σχεδιασμοί των Βενιζελικών αποστράτων με κάποιους διάσπαρτους ασήμαντους Λοχαγούς δεν είχαν σοβαρές πιθανότητες επιτυχίας. Το καθεστώς της 4ης Αυγούστου μέσω του Μανιαδάκη και της ευνοϊκής πολιτικής που ακολούθησε έναντι των σωμάτων ασφαλείας, ήλεγχε πλήρως την αστυνομία και την χωροφυλακή, είχε διαλύσει τους συνωμοτικούς ιστούς του ΚΚΕ, είχε εξορίσει όλους τους βασικούς του πολιτικούς αντιπάλους ενώ είχε δημιουργήσει ένα ευρύ δίκτυο πληροφοριοδοτών που βοηθούσε αποτελεσματικά στην διαχείριση κάθε πιθανής εσωτερικής αντίδρασης. Υπό αυτές τις συνθήκες και αναλογιζόμενοι τις προσωπικές ικανότητες και την αποφασιστικότητα του Ιωάννη Μεταξά (που ομολογούνταν ακόμη και από τους εχθρούς του), κάθε τέτοιου είδους κίνημα δεν είχε πιθανότητες επιτυχίας, ενώ σημαντικό ήταν το γεγονός ότι η είδηση της εξέγερσης δεν βρήκε μιμητές στην υπόλοιπη Κρήτη.

I. B. Δ.

Πηγές

Λιναρδάτου, το καθεστώς της 4ης Αυγούστου, εκδόσεις Επικαιρότητα

Ιωάννης Κολιόπουλος, Ο Ιωάννης Μεταξάς και ο πόλεμος του 1940, εκδόσεις

Γρηγόρης Δαφνής, Η Ελλάς μεταξύ δύο πολέμων (τόμος Β΄), εκδόσεις Κάκτος

Κάντε Like στη σελίδα μας στο facebook και ακολουθείστε μας στο Twitter

Write on Τρίτη, 27 Οκτωβρίου 2015 Κατηγορία ΒΙΒΛΙΟΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ

Το Έπος των Ελλήνων που γράφτηκε το 1940-41, οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στην στρατιωτική προετοιμασία που προηγήθηκε. Για πρώτη φορά αναλυτικά, μέσα από ένα έργο 500 σελίδων, τα επίσημα στοιχεία 75 συνεδριάσεων, με εξαντλητική λεπτομέρεια, για τους εξοπλισμούς της κυβέρνησης Ιωάννη Μεταξά, η οποία παρέταξε τον μεγαλύτερο στην ιστορία του Έθνους στρατό (άνω των 500.000 ανδρών) δίχως να καταφύγει σε δανεισμό.

Από παραγγελίες στολών και κλινοσκεπασμάτων, μέχρι τυφέκια, πυροβόλα και αεροπλάνα, αποκαλύπτεται το επιτελικό έργο, οι διεθνείς ισορροπίες, οι δυσκολίες, οι περιορισμοί και καθίσταται πλήρως αντιληπτό, ποια προγράμματα, ενώ υπεγράφησαν συμβάσεις, δεν πρόλαβαν να υλοποιηθούν.

Το νέο βιβλίο από τις εκδόσεις Δούρειος Ίππος.

 Το βιβλίο αποτελεί πολίτιμο εργαλείο για τον μεθοδικό μελετητή και τον ιστορικό, τον ερευνητή των εξοπλισμών από πλευράς τεχνολογίας και οικονομίας, ανοίγοντας ένα νέο πλαίσιο εξετάσεως των πραγμάτων, που καταρρίπτει την δυσφημιστική προπαγάνδα η οποία καλλιεργήθηκε επί δεκαετίες.

Κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις ΔΟΥΡΕΙΟΣ ΙΠΠΟΣ. Διαστάσεις Α4, σελίδες 500, συγγραφέας Κωνσταντίνος Βλάσσης.

Κάντε Like στη σελίδα μας στο facebook και ενημερωθείτε για την Άμυνα και την Ασφάλεια!