Τετάρτη, 30 Αυγούστου 2017 09:21

Ο επίλογος που δεν γράφτηκε

Η “πολιτική της λήθης” ελάμβανε σάρκα και οστά, οι αντιρρήσεις πολλών παραγόντων είχαν καμφθεί μπρος στην πολιτική αναγκαιότητα και την στιβαρή επιμονή ενός ισχυρού πυρήνα γύρω από τον Παπάγο, ο βασιλιάς είχε συγκατανεύσει, οι Αμερικανοί είχαν καθησυχαστεί, οι ακραιφνείς είχαν σιγήσει. Η “πολιτική της λήθης” ελάμβανε σάρκα και οστά, οι αντιρρήσεις πολλών παραγόντων είχαν καμφθεί μπρος στην πολιτική αναγκαιότητα και την στιβαρή επιμονή ενός ισχυρού πυρήνα γύρω από τον Παπάγο, ο βασιλιάς είχε συγκατανεύσει, οι Αμερικανοί είχαν καθησυχαστεί, οι ακραιφνείς είχαν σιγήσει.

Γράφει ο Γιάννης Χαραλαμπίδης, Ιστορικός – Φιλόλογος

Γράμμος, 25 Αυγούστου 1954

Ο φιδίσιος ορεινός δρόμος ήταν σχετικά στρωτός, αλλά ήταν παρ’ όλα αυτά κουραστικός για έναν ηλικιωμένο άνθρωπο με βεβαρημένη υγεία. Είχε πέντε χρόνια να ανέβει εδώ πάνω, έβλεπε ότι το Μηχανικό είχε κάνει καλή δουλειά ανοίγοντας τους υπάρχοντες υποτυπώδεις δρόμους. Η πομπή με τα μαύρα αυτοκίνητα έφτανε πια στον προορισμό της, ένα ύψωμα κοντά στο Κάμενιτς, που είχε κριθεί από το ΓΕΣ κατάλληλο για τον σκοπό. Την στιγμή που ένας στρατονόμος άνοιγε την πόρτα χαιρετώντας στρατιωτικά, η μπάντα του Α’ Σώματος Στρατού άρχισε να παιανίζει το “Προσέλευση Επισήμων” και ο επικεφαλής του τμήματος αποδόσεως τιμών έδωσε παραγγέλματα για να παρουσιαστούν όπλα μπρος στον Στρατάρχη Αλέξανδρο Παπάγο, Πρωθυπουργό πια της Ελλάδος από καιρό. Ο Στρατάρχης ίσιωσε το σταυρωτό σακάκι του γκρίζου κοστουμιού του κι άρχισε να βαδίζει. Κάποιοι τον είχαν συμβουλεύσει να φορέσει τη στολή του, όμως είχε αρνηθεί επιτακτικά. Θα φορούσε πολιτικά ρούχα, έπρεπε να δοθεί το μήνυμα, η Ελλάς κοίταζε μόνον εμπρός. Για αυτό τον σκοπό είχε επιλέξει έναν-έναν τους υπουργούς που θα τον πλαισίωναν, όλοι τους νέοι και μετριοπαθείς: Κανελλόπουλος, Μαρκεζίνης, Καραμανλής, Παπαληγούρας.

Προχώρησε πάνω στο κόκκινο χαλί, πήρε το στεφάνι που του έτεινε ένας δεύτερος στρατονόμος και το απέθεσε στη βάση του πυραμιδοειδούς ηρώου, ενώ άρχισε η ανάκρουση του εθνικού ύμνου. Στην επιτύμβια πλάκα έγραφε: “ΕΠΕΣΑΝ ΟΛΟΙ ΥΠΕΡ ΠΑΤΡΙΔΟΣ 1946-1949”. Αμέσως μετά ανέβηκε στο βήμα και άρχισε την σύντομη ομιλία του, που μέσα από τη συχνότητα του ΕΙΡ και τις εφημερίδες επρόκειτο να στείλει προς κάθε κατεύθυνση το μήνυμα της οριστικής ειρήνευσης. “Τέκνα γενναία της Ελλάδος, βλάστημα της πατρώας γης, επότισαν με το αίμα των την ιδέαν της πατρίδος, ως έκαστος την εξέλαβεν. Και αν κάποια εκ των παιδιών μας επλανήθησαν υπό επιτηδείων και εχθρών της Ελλάδος και ως άλλοι μητραλοίαι εστράφησαν εναντίον της, η πατρίς μεγαθύμως τα συγχωρεί και τα εγγράφει εις τας αιωνίους τάξεις των ηρώων. Σήμερον, πέντε έτη μετά την οριστικήν εθνικήν νίκην εδώ εις τα κορυφάς του Βιτσίου και του Γράμμου, το Έθνος σύσσωμον δια της κυβερνήσεως θέτει οριστικόν τέρμα εις τας συνεπείας της ανταρσίας και του διχασμού...”. Η “πολιτική της λήθης” ελάμβανε σάρκα και οστά, οι αντιρρήσεις πολλών παραγόντων είχαν καμφθεί μπρος στην πολιτική αναγκαιότητα και την στιβαρή επιμονή ενός ισχυρού πυρήνα γύρω από τον Παπάγο, ο βασιλιάς είχε συγκατανεύσει, οι Αμερικανοί είχαν καθησυχαστεί, οι ακραιφνείς είχαν σιγήσει. Οι διώξεις θα σταματούσαν οριστικά τους ερχόμενους μήνες, το βασιλικό διάταγμα για γενική αμνηστία θα υπογραφόταν αύριο. Αυτός ήταν ο επίλογος του δράματος.

Αυτός ο επίλογος δυστυχώς δεν γράφτηκε ποτέ. Έπρεπε να περάσουν είκοσι χρόνια με χωλή δημοκρατία αρχικά και με σκληρή δικτατορία στη συνέχεια, για να φτάσουμε στην δραστική εξομάλυνση του πολιτικού βίου της χώρας, με την αυγή της δεύτερης περιόδου Κωνσταντίνου Καραμανλή, με την Μεταπολίτευση. Πόσο μεγαλύτερης σημασίας θα ήταν να έχει κλείσει τυπικά και ουσιαστικά τον εμφύλιο αυτός που τον σφράγισε με την νίκη του; Πόσο θα είχε βοηθήσει την πολιτική ζωή, την εθνική ανάπτυξη, την κοινωνική συνοχή η έγκαιρη και αποφασιστική εξομάλυνση της πολιτικής των διαχωρισμών, η εμπέδωση των πολιτικών ελευθεριών; Πόσο πιο υγιής θα ήταν η ελληνική κοινωνία, πόσο πιο ώριμη και σοβαρή πολιτικά; Ποτέ δεν θα μάθουμε ακριβώς, όμως σίγουρα δύσκολα μπορεί κάποιος να φανταστεί πιο ταραχώδη εικοσαετία από την 1955-1974 και πιο ανώριμη πολιτικά και ιδεολογικά συνέχεια από την τριακονταετία που ακολούθησε.

Ο όλεθρος του εμφύλιου σπαραγμού δεν τελείωσε ποτέ σημειολογικά, με ευθύνη και των δύο πλευρών, από το “παρά πόδα” και τα παράνομα δίκτυα του Ζαχαριάδη ως το παρατεταμένο καθεστώς των αποκλεισμών και των διώξεων του παρασυντάγματος. Κανείς δεν ήρθη στο αναγκαίο ύψος να αναλάβει το βάρος της απόφασης να παύσει οριστικά αυτό το θέατρο της οργής, παρά μόνο ο Κωνσταντίνος Καραμανλής το 1974, όταν πια είχε κυλήσει όχι μόνο νερό, αλλά και αίμα στο ποτάμι. Δεν υπάρχει κανένας λόγος, βέβαια, για μελοδραματισμούς, ούτε και αλλάζει κάτι από τα ιστορικά πεπραγμένα με την οιαδήποτε αναμόχλευση ή αποτίμησή τους. Είναι, ωστόσο, σημαντικό να προσπαθούμε να βλέπουμε τα πράγματα σε βάθος και σε εύρος. Ο εμφύλιος πέρασε, δεν θα επιστρέψει ούτε ως φάρσα ούτε ως τραγωδία, πρέπει να θάψουμε το πνεύμα του, αλλά να ανατέμνουμε το σώμα του.

Οι ιστορικοί έχουν σε σχετικά επαρκή πια βαθμό αρχίσει να εμβαθύνουν στη μελέτη αυτή. Δουλειά και καθήκον τους είναι να βαθύνουν την ανάλυσή τους για τα γεγονότα αυτά και όσα προηγήθηκαν και όσα ακολούθησαν. Δουλειά των πολιτών, είναι να επικεντρωθούμε στο μέλλον, να οριοθετήσουμε το πώς πρέπει να κινηθεί η χώρα μας μπροστά, διδασκόμενοι από τα λάθη. Η συζήτηση για το παρελθόν είναι αναγκαία και αναπόφευκτη, δεν πρέπει όμως να συσκοτίζει τη συζήτηση για το μέλλον. Η ζωή μας είναι στο μέλλον. Δεν θα φτάσουμε ποτέ στο επίπεδο της καθολικής συμφωνίας στην ανάγνωση της πραγματικότητας, ευτυχώς δεν θα γίνει αυτό, γιατί αυτό σημαίνει κατάργηση της πολιτικής και ποτέ δεν προμηνύει κάτι καλό. Από την οργή πρέπει να απαλλαγούμε, όχι από την γνώση, τη μνήμη και την άποψη. Πρέπει να μάθουμε να ανεχόμαστε τον απέναντι και την άποψή του, χωρίς να φοβόμαστε ότι θέλει να μας εκμηδενίσει και χωρίς να θέλουμε να τον εκμηδενίσουμε. Έχω ιδεολογία δεν σημαίνει ότι εχθρεύομαι όσους έχουν μια άλλη. Έχω άποψη για τα ιστορικά γεγονότα δεν σημαίνει μισώ όποιον έχει διαφορετική. Δεν χρειάζεται να συμφωνούμε και δεν θέλουμε, να μιλάμε ελεύθερα, να σκεφτόμαστε θαρρετά και να κρίνουμε άφοβα θέλουμε. Δημοκρατία σημαίνει πρωτίστως ελευθερία σκέψης, ελευθερία ωση της ιερότητας των συμβόλων και των αφηγήσεων.

Είμαστε ελεύθεροι να κρίνουμε, είμαστε ελεύθεροι να μιλάμε, είμαστε ελεύθεροι να σκεπτόμαστε και αυτά είναι αδιαπραγμάτευτα, όποιος νομίζει ότι μπορεί να τρομοκρατεί ελεύθερους πολίτες με ξεχαρβαλωμένα ιστορικά και πολιτικά τοτέμ, απλά δεν έχει καταλάβει πού βρίσκεται. Οι θεσμοποιημένοι μετεμφυλιακοί αποκλεισμοί έδωσαν τη θέση τους σε αθέμιστους μεταπολιτευτικούς τραμπουκισμούς. Αυτά όμως έχουν τελειώσει, δεν αφορούν τη γενιά μας και τις ερχόμενες, δεν αφορούν την Ελλάδα του μέλλοντος. Θα σκεφτόμαστε, θα κρίνουμε και θα μιλάμε ελεύθερα. Οι σαλτιμπάγκοι της ερμαφρόδιτης Αριστεράς δίνουν μάχη οπισθοφυλακών, αν δεν το ξέρουν θα το καταλάβουν σύντομα. Η ιστορία τους έχει ξεπεράσει και δεν το έχουν καταλάβει ή υποκρίνονται κάτι τέτοιο. Έχουμε μπροστά μας τις προκλήσεις του μέλλοντος, τις κραυγές τους απλώς τις αγνοούμε. Κανένας σημερινός Έλληνας δεν έχει δικαίωμα να εκφράζει μίσος και οργή, ούτε για το σήμερα ούτε για το χτες. Σίγουρα, όμως, έχει δικαίωμα, ή μάλλον υποχρέωση να εκφράζει πείσμα και πίστη για το μέλλον. Μπορούμε. - ΠΗΓΗ: lastpoint.gr/

Κάντε Like στη σελίδα μας στο facebook και ακολουθείστε μας στο Twitter

Τελευταία τροποποίηση στις Τρίτη, 29 Αυγούστου 2017 21:29
Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία: « Ο Καραϊσκάκης και οι αρνητές στράτευσης