Τρίτη, 29 Σεπτεμβρίου 2015 16:19

Ο εμπρησμός ως σύγχρονη απειλή της εθνικής ασφάλειας και της πολιτικής προστασίας

Στη χώρα μας η «πολεμική» χρησιμοποίηση του εμπρησμού, με τη διάσταση της χρήσης του ως μέσο «κοινωνικής σύγκρουσης» για τους μεν, ή τρομοκρατικής επίθεσης για του δε, εμφανίζεται ως στοιχείο της μεταπολιτευτικής μας ζωής είτε ως υπόθεση και υποψία είτε ως απόδειξη μετά από ανάληψη ευθύνης ή ποινικής εξιχνίασης. Στη χώρα μας η «πολεμική» χρησιμοποίηση του εμπρησμού, με τη διάσταση της χρήσης του ως μέσο «κοινωνικής σύγκρουσης» για τους μεν, ή τρομοκρατικής επίθεσης για του δε, εμφανίζεται ως στοιχείο της μεταπολιτευτικής μας ζωής είτε ως υπόθεση και υποψία είτε ως απόδειξη μετά από ανάληψη ευθύνης ή ποινικής εξιχνίασης.
Γράφει ο Γιάννης Σταμούλης - Πρόεδρος Ένωσης Αξιωματικών Πυροσβεστικού Σώματος

Μια από τις πρώτες ανάγκες του ανθρώπου ήταν η φωτιά. Η χρησιμοποίηση της φλόγας αρχικώς και η γνώση της παραγωγής και της διατήρησης και μεταφοράς της στη συνέχεια, αποτέλεσε την κορυφαία ανακάλυψη που συνέβαλε τα μέγιστα στην εξέλιξη του παγκόσμιου ανθρώπινου πολιτισμού.
Η μεγάλη σημασία του πυρός, ως θερμαντικό και φωτιστικό μέσο, αλλά το κυριότερο ενεργειακή δύναμη, του απέδωσε θεϊκή υπόσταση. Οι Αρχαίοι Έλληνες το λάτρευαν και διατηρούσαν το «άσβεστο πυρ» στους ναούς τους. Το ίδιο και οι Ρωμαίοι, όπου οι «Εστιάδες Παρθένες» διατηρούσαν το «άσβεστο πυρ» στο ναό της Εστίας.

Θεοί της φωτιάς, κατά τους Αρχαίους Έλληνες. λατρεύονταν ο Ζεύς, ο Ήφαιστος, ενώ ο Προμηθέας, ο γιός του Τιτάνα Ιαπετού, θεωρείτο ο κατεξοχήν προστάτης της φωτιάς και της ανθρωπότητας, καθότι χάρη της ευσπλαχνίας του έκλεψε τη φωτιά από τον Δία και το χάρισε στους ανθρώπους.[1] Οι Ρωμαίοι θεωρούσαν ότι η φωτιά ήταν το έργο του Θεού Ήφαιστου (Volkanus), ο οποίος ήταν και ο μόνος που μπορούσε να καταστείλει τις καταστρεπτικές του συνέπειες. Πέρα από τη λατρευτική του χροιά, η φωτιά αποτέλεσε και φιλοσοφική έμπνευση. Ο Ηράκλειτος πίστευε ότι το «αείζωο πυρ» είναι η αρχή του κόσμου και όλα γίνονται από αυτό.[2] Όμως η χρήση της φωτιάς κρύβει και κινδύνους, όταν ξεφεύγει από τον έλεγχο του ανθρώπου και ξεπερνά τα όρια που ο ίδιος έχει θέσει. Και δυστυχώς αυτή η υπέρβαση του ορίου ασφαλείας δεν γίνεται μόνο από αμέλεια, αλλά τις περισσότερες φορές γίνεται από την ίδια την πρόθεση του ανθρώπου, ο οποίος ενέταξε την ισχύ της φωτιάς είτε ως πολεμικό όπλο, ή ως εγκληματικό όργανο.

Από τις πρώτες αναφορές της Παλαιάς Διαθήκης μέχρι και σήμερα, ο εμπρησμός χρησιμοποιήθηκε ως μέσο πολέμου και τρομοκρατίας. Το υγρό πυρ των Βυζαντινών, οι εμπρηστικές βόμβες των τελευταίων μεγάλων πολέμων, οι βόμβες μολότοφ των κοινωνικών συγκρούσεων, οι εμπρηστικοί μηχανισμοί της νεοτρομοκρατίας. Aνεξάρτητα όμως από τις οποιεσδήποτε θεωρητικής δυσκολίες στον ορισμό αυτής καθ αυτής της «τρομοκρατίας», η τρομοκρατική πρακτική υπήρξε ένα από τα αγαπημένα και πανάρχαια όπλα σε όλους τους πολέμους, εκδηλωμένους ή αφανείς που διεξήχθησαν στην ιστορία της ανθρωπότητας.[3] Πολεμική πράξη ή Έγκλημα απεχθές με ασύμμετρες συνέπειες στην κοινωνία, ο εμπρησμός αποτελεί σύγχρονη απειλή της εθνικής ασφάλειας και της πολιτικής προστασίας της χώρας μας. Είναι το όπλο ενός σύγχρονου πολέμου εναντίον ενός αοράτου εχθρού που δεν έχει καθορισμένα σύνορα, ούτε καθορισμένη χώρα και εθνικότητα, στρεφόμενο όχι εναντίον μιας χώρας, αλλά εναντίον του ίδιου του σύγχρονου πολιτισμού. [4]

Η χρήση του εμπρησμού ως μέσο πολέμου, τον συμπεριλαμβάνει στις μεθόδους που δεν συμπεριλαμβάνονται στις «αμιγείς» πολεμικές επιχειρήσεις κατά τη διάρκεια μαχών. Αυτές όμως οι μέθοδοι αποτέλεσαν από τα πιο διαδεδομένα όπλα στην ιστορία των συρράξεων. «Η μεγάλη ψυχολογική τους επίδραση στον εχθρό σε σχέση με το μικρό κόστος εφαρμογής τους έκανε αυτές τις μεθόδους ένα φτηνό και γρήγορο μέσο επιβολής τρόμου στον άμαχο πληθυσμό και πολλές φορές σε ολόκληρους στρατούς, εξασφαλίζοντας έτσι συχνά τη νίκη χωρίς καν να δοθεί μάχη. Η αξία της ψυχολογικής διάλυσης του ηθικού του αντιπάλου με τη δημιουργία στο υποσυνείδητό του μιας φασματικής εικόνας ενός αοράτου, παντοδύναμου και αμείλικτου εχθρού, ο οποίος χτυπά ξαφνικά και απροειδοποίητα στρατιωτικούς και μη στόχους.[5]

Εδώ και αρκετά χρόνια, στελέχη του Πυροσβεστικού Σώματος, διανοητές και ερευνητές των υπηρεσιών ασφαλείας άρχισαν να διατυπώνουν την άποψη ότι η χρήση του εμπρησμού μπορεί να αποτελέσει επικίνδυνη απειλή, με στόχο την δημιουργία υπέρμετρου κοινωνικού φόβου ή προσπάθεια εξουδετέρωσης της δημόσιας διοίκησης ή τρομοκράτησης του πληθυσμού. Παράλληλα και στην διεθνή κοινότητα, αρχίζει να διατυπώνεται ο ορισμός της πυρο-τρομοκρατίας, ως όρος για να περιγράψει τη χρήση εμπρηστικών επιθέσεων για τον εκφοβισμό της κοινής γνώμης ή ακόμα και την εξουδετέρωση μιας κυβέρνησης.

Οι μεγάλες και καταστρεπτικές πυρκαγιές που έχουν σημειωθεί στη χώρα μας, και το γεγονός, ότι ο μεγαλύτερος αριθμός τους είναι «ορφανός» υπαιτίων, γεννά την ανάγκη μιας πολύπλευρης αντιεμπρηστικής πολιτικής, που θα περιλαμβάνει στη σφαίρα της, το σύνολο των εγκληματολογικών πιθανοτήτων, θα εκτιμά κοινωνικές εκφάνσεις και μορφές κοινωνικών συγκρούσεων, θα μελετά ιστορικές συγκυρίες και θα λαμβάνει υπόψη γενικότερες εθνικές-πολιτικές οικονομικές εξελίξεις. Στην μελέτη του φαινομένου πρέπει με «ανοικτό μυαλό» να εξετασθούν όλες οι πύρινες απειλές συμμετρικές και ασύμμετρες. Από τις θερμές κοινωνικές συγκρούσεις, την ένοπλη πάλη, την υποψία δράσεων από εξωχώριες δυνάμεις αλλά και την φανατική θρησκευτική δράση.

Οι πρώτες ιστορικές αναφορές
Στην Παλαιά Διαθήκη διαβάζουμε για τον Ιησού του Ναυή που στα πλαίσια της δράση του για εθνοτικές εκκαθαρίσεις, μετά την μαζική σφαγή του πληθυσμού της Για, έκαψε όλη την πόλη τους μεταβάλλοντας σε σωρό ερειπίων. [6]
Η επόμενη βιβλική αναφορά για «πολεμικό» εμπρησμό ανευρίσκεται στο χωρίο της Παλαιάς Διαθήκης [7] όπου περιγράφεται πως ο Σαμψών τοποθέτησε ανάμεσα στα σκέλια και της ουράς 300 αλεπούδων αναμμένα δαδιά, με τις οποίες κατέκαψε αμπέλια, σιτοχώραφα και ελαιόδεντρα των Φιλισταίων.

Προχωρώντας προς την κλασική αρχαιότητα, ανευρίσκουμε την χρήση του εμπρησμού ως πολεμική πράξη, στον Πελοποννησιακό πόλεμο, το 430 π.Χ. όπου οι Σπαρτιάτες ως τελευταία πολιορκητική πράξη εναντίον των Αθηναίων πυρπολούν την Αττική γη.
Η εμπρηστική αυτή τακτική θα επαναληφθεί στην Κέρκυρα και στις Πλαταιές, ενισχύοντας την αγριότητα του πρώτου αυτού μεγάλου εμφυλίου της ελληνικής ιστορίας. Από το 429 π.Χ. τα φλογοβόλα και τα πυρπολικά μηχανήματα εμπλούτισαν τις στρατιωτικές μηχανές των αντιπάλων. Η Μύκονος αποψιλώθηκε από την πυρκαγιά το 489 π.Χ. όταν ο Μιλτιάδης πολιορκούσε την Πάρο.[8]
Στη ρωμαϊκή ιστορία το 49 π.Χ. ο Καίσαρας πολιορκώντας τη Μασσαλία, καίει τα δάση γύρω της, προκειμένου να κάμψει το ηθικό των πολιορκημένων. Ο Βιργίλιος στην Αινειάδα περιγράφει δραματικά την εμπρηστική τακτική του πολέμου: «κραυγές και κλάματα υψώθηκαν στον ουρανό από την πόλη Σαν την Καρχηδόνα να είχε πατηθεί απ τον εχθρό. Σαν ο αρχαίος τόπος να ξαπλωνόταν στα ερείπια και στις φλόγες Καταβρόχθισε τα σπίτια των ανθρώπων και τους ναούς των θεών».

Αντίστοιχες περιγραφές βρίσκουμε σε αναφορές στην περίοδο των απελευθερωτικών αγώνων από την τουρκοκρατία στην Κρήτη, όπου σημειωνόντουσαν εμπρησμοί καλλιεργειών και δασών τόσο από τους Κρήτες όσο και από τους Τούρκους.
Παρόμοια τακτική χρησιμοποιήθηκε από τους πειρατές που έκαιγαν τα δάση που βρίσκονταν στα μέρη της απόβασής τους.
Ο εμπρησμός δασών περιλαμβανόταν στην στρατηγική τακτική των τουρκικών στρατευμάτων κατά τις μάχες που ακολούθησαν την επανάσταση του 1821.

Στο Μεσολόγγι, στην Αθήνα, στην Πελοπόννησο, οι εμπρησμοί των δασών διευκολύνουν την κίνηση και την επικοινωνία των τουρκικών στρατευμάτων και τα προστατεύουν από τις καταδρομικές επιχειρήσεις των Ελλήνων αγωνιστών.
Η ίδια «πολεμική τακτική» χρησιμοποιήθηκε και από τον «γέρο του Μωριά» για να καθυστερήσει την επέλαση του Ομέρ Βρυώνη στην Πελοπόννησο.

Οι νεώτερες αναφορές
Την διττή δύναμη του εμπρησμού και ως καταστρεπτικού όπλου, αλλά και ως ψυχολογικού υπερόπλου χρησιμοποίησαν οι Ιάπωνες εναντίον της Αμερικής το 1942 τόσο με επιθέσεις υδροπλάνων που έριχναν εμπρηστικές βόμβες όσο και με την εκτόξευση μπαλονιών που περιείχαν αυτοσχέδιους ωρολογιακούς εμπρησμούς.
Ιδιαίτερα το δεύτερο μέσο προκάλεσε ιδιαίτερη αναταραχή στο εσωτερικό των Η.Π.Α. αφού μετέφερε την απειλή εκτός στρατιωτικού πεδίου, προκαλώντας ισχυρό ψυχολογικό τραύμα στον άμαχο πληθυσμό.

Χαρακτηριστικό ήταν ότι πέρα από την αμυντική στρατιωτική απάντηση του αμερικάνικου στρατού που προσπάθησε να αποκρούσει τις επιθέσεις, ενεργοποιήθηκε και η Δασική Υπηρεσία των Ηνωμένων Πολιτειών, που θέλοντας να μετριάσει τις απώλειες από τις παραπάνω επιθέσεις στο δασικό ιστό, προχώρησε σε μεγάλη καμπάνια με την ονομασία «Cooperative Forest Fire Prevention Campaign» όπου ευαισθητοποίησε το κοινό σε ζητήματα πρόληψης και καταστολής δασικών πυρκαγιών.

Το 1968, έρχεται η σειρά των αμερικάνικων στρατευμάτων να χρησιμοποιήσουν εμπρηστικές βόμβες για να αποψιλώσουν δασικές εκτάσεις- φυσική κάλυψη των Βιετκόνγκ και να απαντήσουν με ασύμμετρο τρόπο στον ανταρτοπόλεμό τους. Το ίδιο όπλο του εμπρησμού χρησιμοποιούν για δεκαετίες οι Παλαιστίνιοι στην αντιπαράθεσή τους με το Ισραήλ, ιδιαίτερα στη δεκαετία του 1980 κατά της Ισραηλινής κατοχής της Δυτικής Όχθης. Η κορύφωση όμως της χρήσης του εμπρησμού από τους Παλαιστίνιους γίνεται το 2004 με την «Arson Intifada»

Οι σύγχρονες αναφορές
Αυτό όμως που θα θεωρηθεί ως σταθμός στα «ασύμμετρα πλήγματα» στην σύγχρονη διεθνή πραγματικότητα είναι το χτύπημα της 11ης Σεπτεμβρίου. Χαρακτηριστικά αναφέρει ο καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών Στ. Τσακυράκης: «το χτύπημα της 11ης Σεπτεμβρίου ήταν πράγματι απροκάλυπτη πράξη πολέμου. Δεν μπορώ να φανταστώ τι άλλο χρειάζεται για να κηρυχθεί ένας πόλεμος... υπήρξε πολύνεκρη επίθεση και σαφής βούληση να πληγεί οτιδήποτε είναι ή μοιάζει να είναι αμερικάνικο»[9] Μετά από πολλά χρόνια οι Η.Π.Α. θα ξαναδοκιμάσουν την τρομακτική γεύση του εμπρησμού, όταν τον Οκτώβριο του 2003 το San Diego θα δοκιμαστεί από μια σειρά εφιαλτικών δασικών πυρκαγιών.

Ο συνδυασμός των εμπρηστικών πυρκαγιών σε συνδυασμό με την ξηρή βλάστηση και τους τοπικούς ανέμους, «βομβάρδισαν» τη βόρεια Καρολίνα, κάνοντας στάχτη περίπου 3 εκατομμύρια στρέμματα, καταστρέφοντας χιλιάδες σπίτια και υποδομές, αλλά το χειρότερο προκαλώντας το θάνατο δεκάδων ανθρώπων. Ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της μεγάλης καταστροφής είναι ότι οι πύρινη λαίλαπα απείλησε και έκαψε εκτάσεις στρατιωτικών μονάδων με αποτέλεσμα μερικές χιλιάδες οικογένειες στρατιωτικών να μεταφερθούν σε καταφύγια.
Την ίδια χρονιά η Γαλλική Ριβιέρα δοκιμάζεται από καταστροφικές πυρκαγιές με δεκάδες κατεστραμμένα σπίτια, 4 ανθρώπους νεκρούς και το δήμαρχο της πόλης Roquebrune-sur-Argens, να δηλώνει ότι οι φωτιές είναι «μια νέα μορφή τρομοκρατίας».

Από την πρωτότυπη μελέτη «Η Απειλή των Εμπρησμών Δασών ως Μελλοντικό Τρομοκρατικό Όπλο Μαζικής Καταστροφής» του Robert Arthur Baird, που ανέδειξε στη χώρα μας ο Ιωάννης Γαλατάς (Αναλυτής Ασύμμετρων Απειλών), μεταξύ των άλλων επισημαίνεται ότι:
· Από το 1968 μέχρι το 2005, 56 τρομοκρατικές ομάδες παγκοσμίως χρησιμοποίησαν ως τακτική τους εμπρησμούς.
· Σε έγγραφα από ανοικτές πηγές διακρίνεται η πρόθεση της al-Qaeda για μαζικές εμπρηστικές επιθέσεις αντί για χρήση πυρηνικών ή ραδιολογικών όπλων. Το FBI προειδοποιεί ότι η al-Qaeda ενδιαφέρεται να χρησιμοποιήσει τη μέθοδο των εμπρησμών ως τακτική κατά των Αμερικανικών δασών.
· Στις 25 Ιουνίου 2004 το FBI έθεσε σε συναγερμό το National Interagency Fire Center (NIFC), τον ομοσπονδιακό οργανισμό που συντονίζει όλες της φυσικές δασοπυροσβέσεις στη χώρα, για πιθανό σχέδιο της al-Qaeda που αφορούσε «τρεις έως τέσσερεις άνδρες που θα έβαζαν φωτιές με ωρολογιακούς μηχανισμούς σε δάση και χορτολιβαδικές εκτάσεις στις πολιτείες Colorado, Montana, Utah και Wyoming, μετά την αναχώρηση τους από τη χώρα»
· Στην ιστοσελίδα του Earth Liberation Front (ELF) καταγράφονται οι άμεσοι στόχοι μεταξύ των οποίων «η καταστροφή των δασών, των νέων τεχνολογιών, των οχημάτων SUV, των γενετικά τροποποιημένων σοδιών και η σχετική έρευνα, η αστυνομία και ο στρατός, η παγκοσμιοποίηση και άλλα».

Στη χώρα μας η «πολεμική» χρησιμοποίηση του εμπρησμού, με τη διάσταση της χρήσης του ως μέσο «κοινωνικής σύγκρουσης» για τους μεν, ή τρομοκρατικής επίθεσης για του δε, εμφανίζεται ως στοιχείο της μεταπολιτευτικής μας ζωής είτε ως υπόθεση και υποψία είτε ως απόδειξη μετά από ανάληψη ευθύνης ή ποινικής εξιχνίασης.
Χαρακτηριστικές τέτοιες περιπτώσεις αποτελούν οι μεγάλες πυρκαγιές στα πολυκαταστήματα στο κέντρο της Αθήνας στις αρχές του '80, οι καταστρεπτικές πυρκαγιές των δασών, υπό την υποψία υπαιτιότητας ξένων δυνάμεων (μετά και τις δηλώσεις Γιλμάζ), οι εκατοντάδες εμπρησμοί στο αστικό πεδίο ιδιαίτερα στο πρώτο μισό του 2007, και από το 2008 μέχρι και σήμερα (με αναλήψεις ευθύνης από οργανώσεις) καθώς και οι φονικές δασικές πυρκαγιές του 2007 σε Πάρνηθα, Πελοπόννησο, Εύβοια, αλλά και του 2009 και 2010 στην Αττική, αλλά και του 2012 στη Χίο.

[1] Ελληνική Μυθολογία. J.Richepin. Αθήνα 1953

[2] Κλημ.Αλεξανδρ.V.599

[3] ΤΡΟΜOΚΡΑΤΙΑ ,Τέλης Λιβανίδης, εκδ,Anubis 2001

[4] ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΙΑ ΝΕΑ ΜΟΡΦΗ ΠΟΛΕΜΟΥ Γ. Γαλάνης-Σ. Τριανταφυλλίδου. εκδ. ΠΑΠΑΖΗΣΗ 2003

[5] ΤΡΟΜOΚΡΑΤΙΑ ,Τέλης Λιβανίδης, εκδ,Anubis 2001

[6] Παλαιά Διαθήκη Ιησούς του Ναυή 8:26

[7] Παλαιά Διαθήκη «Κριταί». Κεφ.15,παρ.4,5,

[8] Μαθαίνοντας να ζούμε με τις δασικές πυρκαγιές. Π.Κωσταντινίδης.εκδ.ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΗ,2003

[9] ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΙΑ ΚΑΙ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ. Α. Μανιτάκης – Α. Τάκης. Εκδ. ΣΑΒΒΑΛΑΣ 2004

Κάντε Like στη σελίδα μας στο facebook και ακολουθείστε μας στο Twitter

Τελευταία τροποποίηση στις Τρίτη, 29 Σεπτεμβρίου 2015 16:24