Write on Πέμπτη, 13 Μαρτίου 2014 Κατηγορία ΕΠΙ ΣΚΟΠΟΝ

Του Άριστου Αριστοτέλους*

Οι πρόσφατες επεξηγήσεις του ΥΠΕΞ κ. Κασουλίδη προς τα ΜΜΕ σχετικά με την προειδοποίηση του προέδρου της Δημοκρατία ότι, εάν συνεχίσουν οι τουρκικές παραβιάσεις και παρενοχλήσεις, θα αποχωρήσει από τις συνομιλίες, ήταν αποκαλυπτικές τόσο για το σκεπτικό, όσο και για το χειρισμό του θέματος και τον προβληματισμό που δημιουργείται.

Βέβαια οι λόγοι της προειδοποίησης του προέδρου ήταν προφανείς. Με αυτή τη δήλωση του επεδίωκε να διαμηνύσει προς διάφορες κατευθύνσεις και ενδεχόμενα σε κάποιους που είχαν δώσει και σχετικές υποσχέσεις, να πείσουν την Τουρκία να σεβαστεί τα χωρικά ύδατα της Δημοκρατίας και την κυπριακή ΑΟΖ και να πάψει τις παραβιάσεις. Διαφορετικά, όπως διερωτήθηκε και ο κ. Κασουλίδης πριν το κοινό ανακοινωθέν, τι διάλογος θα είναι αυτός όταν διεξάγεται υπό τη σκιά τουρκικών προκλήσεων και απειλών;

Ωστόσο, τέτοιου είδους προειδοποιήσεις πρέπει να είναι περισσότερο μελετημένες και προσεκτικότερα διατυπωμένες. Ο λόγος είναι ότι όταν μια σοβαρή κυβέρνηση προβαίνει σε τέτοιες διατυπώσεις, δεσμεύεται. Επίσης στην τεχνική των διαπραγματεύσεων η κάθε λέξη που λέγεται εμπεριέχει μηνύματα, νόημα και σημασία. Αν η πλευρά που τις εκφράζει δεν τις υλοποιεί - ή δεν έχει τις ικανότητες να τις υλοποιήσεις - αποκαλύπτει τις αδυναμίες της και επηρεάζει αρνητικά και τη διαπραγματευτική της θέση.

Οι δηλώσεις του Κύπριου ΥΠΕΞ, φαίνεται να στόχευαν στην αποκατάσταση του κύρους και της εγκυρότητας της ανωτέρω προειδοποίησης, η οποία παρά τις τουρκικές παραβιάσεις δεν τύγχανε εφαρμογής, προκαλώντας εσωτερική κριτική. Ο κ. Κασουλίδης επιχείρησε να επιτύχει αυτό διευρύνοντας την έννοια και το περιεχόμενο της, καθώς και τις συνθήκες υπό τις οποίες ο πρόεδρος θα υλοποιούσε την προειδοποίηση του. Υπέδειξε ότι αυτή θα εφαρμοστεί μόνο «εάν χρειαστεί» και ότι αυτό μόνο ο πρόεδρος το γνωρίζει, ο οποίος θα ενεργήσει ανάλογα με το ποιοι παράγοντες συντρέχουν τη δεδομένη περίοδο στη διάρκεια των παραβιάσεων.

Οι δηλώσεις του κ. Κασουλίδη ήταν βασικά μια αναδίπλωση από την τολμηρή τοποθέτηση ότι η ελληνοκυπριακή πλευρά θα έφευγε από τις συνομιλίες αν συνέχιζαν οι τουρκικές παραβιάσεις. Από την άλλη όμως δημιουργούνται ορισμένα ερωτηματικά που χρειάζονται απαντήσεις, όπως για παράδειγμα, γιατί η αντίδραση των κυπριακών αρχών να αφορά μόνο τις θαλάσσιες παραβιάσεις και κυρίως στην ΑΟΖ, ενώ πληθώρα παραβιάσεων και παρενοχλήσεων από τις τουρκικές δυνάμεις σημειώνονται και στον αέρα αλλά και στη ξηρά; Αυτές δεν λαμβάνονται υπόψη έστω και αν παραβιάζουν την κυπριακή κυριαρχία και ανεξαρτησία; Επίσης η επισήμανση ότι ο πρόεδρος θα κρίνει ποιοι παράγοντες παραβιάσεως συντρέχουν για να υλοποιήσει την προειδοποίηση του, πιθανόν να αφήνει το λανθασμένο μήνυμα ότι όλες οι άλλες τουρκικές προκλήσεις – εκτός από αυτές που έχει υπόψη του ο πρόεδρος και τις οποίες μόνο ο ίδιος γνωρίζει - είναι ανεκτές και «επιτρεπτές»!

Μια χώρα με ικανότητες να στηρίζει και εφαρμόζει τις προειδοποιήσεις της, για να αποτρέψει μια ανεπιθύμητη εχθρική ενέργεια, δεν θα μπορούσε να λειτουργήσει αποτελεσματικά με γενικές και ασαφείς τοποθετήσεις, ούτε με το ό,τι μόνο ο πρόεδρος γνωρίζει πότε θα δράσει. Αντίθετα πρέπει να είναι σαφής στα μηνύματά της, καθώς και για το ποιες ακριβώς ενέργειες της άλλης πλευράς επιθυμεί να αποτρέψει και υπό ποιες συνθήκες θα ενεργοποιήσει τις προειδοποιήσεις της. Ειδάλλως δεν έχει νόημα να γνωρίζει αυτό μόνο ο πρόεδρος και ο αντίπαλος να μην έχει γνώση για τι ακριβώς τον προειδοποιεί να μην παραβιάσει.

Βέβαια, η Τουρκία γνωρίζοντας τους συσχετισμούς δυνάμεων και την αδυναμία ή απροθυμία των τρίτων να την εμποδίσουν, θα συνεχίσει την τακτική των παραβιάσεων και των εκβιασμών της για εξυπηρέτηση των σκοπών της. Συνεπώς, επειδή το θέμα θα συνεχίσει να αποτελεί αντικείμενο δημόσιας συζήτησης ανάμεσα στην ελληνοκυπριακή πλευρά, που πιθανόν να αποδυναμώνει και τη διαπραγματευτική τακτική του εκπροσώπου της στο Κυπριακό, ίσως να ήταν καλό να συζητηθεί σε επίπεδο Εθνικού Συμβουλίου και να δοθούν οι ανάλογες απαντήσεις.  - www.strategy-cy.com 

*Τέως Βουλευτή,
Ειδικού σε Θέματα Άμυνας και Στρατηγικής

Κάντε Like στη σελίδα μας στο facebook και ακολουθείστε μας στο Twitter

Write on Τρίτη, 18 Φεβρουαρίου 2014 Κατηγορία ΕΠΙ ΣΚΟΠΟΝ
Γράφει ο Περικλής Νεάρχου - Πρέσβυς ε.τ.

Ο Πρόεδρος Αναστασιάδης σε Ρόλο Αντι-Παπαδόπουλου και Δεξιού Χριστόφια

 

Ο Πρόεδρος Αναστασιάδης δεν διέψευσε, δυστυχώς, τον παλιό εαυτό του του φανατικού υποστηρικτή του σχεδίου Ανάν, το 2004. Δέκα χρόνια μετά, έρχεται να διαψεύσει, αντιθέτως, από όσα έλεγε και υποσχόταν για να εκλεγεί Πρόεδρος, αποστασιοποιούμενος από το σχέδιο Ανάν και διακηρύσσοντας ότι θα σεβασθεί τη γνώμη που εξέφρασε ο λαός στο δημοψήφισμα. Εξελέγη Πρόεδρος γιατί τον κατέστησε εκλέξιμο η πολιτική του προκατόχου του Δημήτρη Χριστόφια, που άφησε πίσω της ερείπια και προετοίμασε το δρόμο για τις σημερινές εξελίξεις. 
Το κοινό ανακοινωθέν, στο οποίο συμφώνησε, δεν είναι ένα απλό ανακοινωθέν για την επανέναρξη των διακοινοτικών συνομιλιών. Είναι ένα περίγραμμα της σχεδιαζόμενης «λύσεως», στο οποίο περιλαμβάνονται υποχωρήσεις της Ελληνικής πλευράς, πριν την έναρξη ακόμη των διαπραγματεύσεων, πάνω σε όλα σχεδόν τα επίμαχα θέματα, που χώριζαν τις δύο πλευρές.
Ο Κύπριος Πρόεδρος, ακολουθώντας την ίδια τακτική, που ακολούθησε και στις εκλογές, προσπαθεί να παραπλανήσει τον Κυπριακό λαό ότι δήθεν έχουν κατοχυρωθεί η ενιαία κυριαρχία, η ενιαία ιθαγένεια και η ενιαία διεθνής προσωπικότητα, που η Ελληνική πλευρά έθετε ως κόκκινη γραμμή στις διαπραγματεύσεις. Προσπαθεί επίσης να συσκοτίσει το περιεχόμενο του κοινού ανακοινωθέντος και να καλλιεργήσει την εντύπωση ότι έπεται η διαπραγμάτευση και ότι η ουσία των πραγμάτων δεν έχει προκριθεί με τις παραμέτρους που έχουν συμφωνηθεί.
Η αλήθεια, όμως είναι, δυστυχώς, πολύ διαφορετική και φέρνει την Κύπρο στο χείλος της καταστροφής. Μόνη ελπίδα πλέον είναι η απόρριψη της «λύσεως» στο προβλεπόμενο δημοψήφισμα. Ακόμη όμως και τότε η ζημιά που θα έχει υποστεί το εθνικό θέμα θα είναι ανεπανόρθωτη. Η Ελληνική πλευρά θα έχει ήδη αναγνωρίσει το ψευδοκράτος, υπό την προϋπόθεση κάποιων εδαφικών αλλαγών, για τις οποίες δεν γίνεται, άλλωστε, κανένας λόγος στο κοινό ανακοινωθέν, ως επικράτεια περίπου των Τουρκοκυπρίων, με θεμιτό δικαίωμα χωριστής κυριαρχίας, χωριστής ιθαγένειας, χωριστής ταυτότητας και «ακεραιότητας» ακόμη, όπως αναφέρεται στο κοινό ανακοινωθέν. Η ζημία επίσης θα είναι πολύ μεγάλη, ακόμη και αν δεν ευοδωθούν οι νέες διαπραγματεύσεις και οδηγηθούν σε αδιέξοδο. Η Τουρκική αδιαλλαξία έσωσε πολλές φορές την Ελληνική πλευρά από τα λάθη της. Τη φορά όμως αυτή, η Τουρκική πλευρά έχει ήδη πάρει αυτά που ήθελε και στοχεύει επιπλέον στο φυσικό αέριο της Κύπρου. Δύσκολα θα αφήσει την Ελληνική πλευρά να διαφύγει από τον σημερινό αυτοεγκλωβισμό της. Παρά την εσωτερική αναταραχή, θα είναι πολύ ευπρόσδεκτη για την Άγκυρα μια τεράστια διπλωματική και γεωστρατηγική επιτυχία στην Κύπρο, που θα ενέγραφε επίσης υποθήκες και για άλλες Τουρκικές διεκδικήσεις σε βάρος της Ελλάδος και θα δημιουργούσε πρότυπο.
Συζητούνται επίσης Μέτρα Οικοδομήσεως Εμπιστοσύνης (ΜΟΕ), τα οποία έχουν, υποτίθεται, ως στόχο να καλλιεργήσουν το κατάλληλο κλίμα για την αποδοχή της «λύσεως». Πραγματικός όμως στόχος είναι να δημιουργήσουν τετελεσμένα γεγονότα, με τα οποία να προκαταλαμβάνεται και να εκβιάζεται η απόφαση του λαού στο δημοψήφισμα, υπό την απειλή της διεθνούς αναγνωρίσεως του ψευδοκράτους.

Τι Περιλαμβάνει Ακριβώς το Κοινό Ανακοινωθέν;

Ας δούμε όμως τι περιλαμβάνει, συγκεκριμένα, το κοινό ανακοινωθέν. Στο πρώτο άρθρο, γίνεται αναφορά στην παρούσα κατάσταση, χωρίς, βεβαίως, οποιαδήποτε μνεια στην Τουρκική κατοχή και τονίζεται ότι η παράτασή της θα έχει αρνητικές συνέπειες και για τους Ελληνοκυπρίους και τους Τουρκοκυπρίους. Αμέσως μετά, με τη γνωστή μέθοδο του αμαλγάματος ανομοίων πραγμάτων, ταυτίζει «τον σεβασμό στις δημοκρατικές αρχές, τα ανθρώπινα δικαιώματα και τις βασικές ελευθερίες» με «τις ξεχωριστές ταυτότητες και την ακεραιότητα αμφοτέρων» (εννοεί των δύο συνιστώντων κρατών).
Η «ακεραιότητα» εισάγεται ως νέα Τουρκική αξίωση, κοντά στη χωριστή κυριαρχία, τη χωριστή ταυτότητα και τη χωριστή ιθαγένεια, που διεκδικούσε μέχρι τώρα.
Στο δεύτερο άρθρο γίνεται εμμέσως αποδεκτή η Τουρκική αξίωση οι διαπραγματεύσεις να συνεχισθούν από το σημείο στο οποίο διεκόπησαν. Να θεωρηθούν δηλαδή ως κεκτημένο των συνομιλιών οι μονομερείς υποχωρήσεις του πρώην Προέδρου Χριστόφια. Οι τελευταίες είχαν προκαλέσει σάλο στην Ελληνική πλευρά. Ο ίδιος ο Νίκος Αναστασιάδης, ως αρχηγός της Αξιωματικής Αντιπολιτεύσεως αλλά και ως υποψήφιος στις Προεδρικές εκλογές, είχε δεσμευθεί να τις ανακαλέσει ως απαράδεκτες. Στις υποχωρήσεις αυτές περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, η αποδοχή της εκ περιτροπής Προεδρίας, υπό τον όρο σταθμισμένης ψήφου στις Προεδρικές εκλογές, και των τεσσάρων Ευρωπαϊκών ελευθεριών (ελεύθερη διακίνηση, ελεύθερη εγκατάσταση, δικαίωμα εργασίας και δικαίωμα περιουσίας) για όλους τους υπηκόους της Τουρκίας (τα 76 δηλ. εκατομμύρια των Τούρκων), ανεξάρτητα από την ενδεχόμενη ένταξη της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Αντιλαμβάνεται κανείς ότι και μόνο η εφαρμογή ενός τέτοιου μέτρου, θα μετέτρεπε την Κύπρο σε Τουρκική επαρχία.
Οι παραχωρήσεις Χριστόφια κωδικοποιήθηκαν από τον πρώην ειδικό σύμβουλο για το Κυπριακό του Γ. Γραμματέα του ΟΗΕ Αλεξάντερ Ντάουνερ, ως κείμενο συγκλίσεων και προόδου των διαπραγματεύσεων. Η Τουρκική πλευρά επέμενε να μη αποσυρθεί από το τραπέζι το έγγραφο Ντάουνερ αλλά να παραμείνει ως κεκτημένο των συνομιλιών, με δεσμευμένη την Ελληνική πλευρά στις υποχωρήσεις Χριστόφια.
Το κοινό ανακοινωθέν δίνει ικανοποίηση στην Τουρκική πλευρά, αναφέροντας, συγκεκριμένα, στο άρθρο 2 ότι «όλα τα άλυτα βασικά θέματα θα είναι στο τραπέζι και θα συζητηθούν αλληλένδετα». Ποιά είναι τα λελυμένα θέματα; Προφανώς, αυτά που περιλμβάνονται στο έγγραφο συγκλίσεων Ντάουνερ.
Στο άρθρο 3 περιγράφεται η μορφή της λύσεως, τονίζεται ως αρχή η «πολιτική ισότητα» και θίγονται τα κρίσιμα θέματα της κυριαρχίας και της ιθαγένειας. Κατά τη γνωστή τακτική της διφορούμενης διατυπώσεως, εξαγγέλλεται στην αρχή ότι το σχεδιαζόμενο νέο κράτος «θα έχει μια ενιαία νομική προσωπικότητα και μια κυριαρχία». Αμέσως όμως μετά διευκρινίζεται ότι η κυριαρχία «θα προέρχεται εξίσου από τους Ελληνοκυπρίους και τους Τουρκοκυπρίους». Δηλαδή δύο «ίσες» κυριαρχίες, κατά 50% με 50%, σε τυπική συσκευασία μιας κυριαρχίας. Η ίδια μέθοδος ακολουθείται και για την ιθαγένεια. «Θα υπάρχει», αναφέρεται, «μια ενιαία Κυπριακή ιθαγένεια, που θα ρυθμίζεται από την ομοσπονδιακή νομοθεσία». Αμέσως όμως μετά, διευκρινίζεται ότι «όλοι οι πολίτες της ενωμένης Κύπρου θα είναι και πολίτες είτε του Ελληνοκυπριακού συνιστώντος κράτους είτε του Τουρκοκυπριακού συνιστώντος κράτους». Για να μετριασθούν οι εντυπώσεις, προστίθεται ότι «αυτή η ιδιότητα θα είναι εσωτερική και θα συμπληρώνει και δεν θα αντικαθιστά, με οποιοδήποτε τρόπο, την ενωμένη Κυπριακή ιθαγένεια». Έπεα πτερόεντα.
Στο ίδιο άρθρο 3, για να γίνουν τα πράγματα ακόμη πιο σαφή και οδυνηρά για την Ελληνική πλευρά, γίνεται αναφορά στο κατάλοιπο της εξουσίας. Η Τουρκική πλευρά διεκδικούσε ανυποχώρητα τη λεγόμενη παρθενογένεση. Την αποδοχή δηλαδή ότι το νέο κράτος της «Ενωμένης Κύπρου» θα προκύψει όχι από συνέχεια και μετεξέλιξη της Κυπριακής Δημοκρατίας αλλά από «συνεταιρισμό» των δύο «ίσων» συνιστώντων κρατών, οπότε και το κατάλοιπο εξουσίας θα παραμείνει σ'αυτά. Το κείμενο του ανακοινωθέντος δίνει πλήρη ικανοποίηση στην Τουρκική πλευρά. Αναφέρει συγκεκριμένα: «το ομοσπονδιακό σύνταγμα θα προνοεί επίσης ότι το κατάλοιπο εξουσίας θα ασκείται από τα συνιστώντα κράτη».
Στο ίδιο σημείο, για να μη δημιουργηθεί καμία αμφιβολία σχετικά με τις εξουσίες της ομοσπονδιακής κυβερνήσεως, αναφέρεται επίσης: «τα συνιστώντα κράτη θα ασκούν πλήρως και οριστικά όλες τις εξουσίες τους, μακριά από επεμβάσεις από την ομοσπονδιακή κυβέρνηση».
Τι γίνεται αν στην άσκηση των εξουσιών και αρμοδιοτήτων αυτών προκύψει διαφωνία ή διαμάχη; «Οποιαδήποτε διαμάχη σε σχέση με τα παραπάνω», αναφέρεται στο κείμενο, «δικάζεται από το Ομοσπονδιακό Ανώτατο Δικαστήριο». «Καμιά», προστίθεται παρακάτω, «από τις δύο πλευρές, δεν θα μπορεί να διεκδικεί εξουσία ή δικαιοδοσία από την άλλη».
Ποιοί θα αποτελούν και τί ρόλο γενικότερα θα παίζει το Ομοσπονδιακό Ανώτατο Δικαστήριο, για το οποίο γίνεται λόγος; Προφανώς, θα έχει την ίδια σύνθεση και θα παίζει τον ίδιο ρόλο που προέβλεπε γι'αυτό το σχέδιο Ανάν. Θα έχει δηλαδή ίσο αριθμό Τούρκων και Ελλήνων Δικαστών και ένα ή περισσότερα ξένα μέλη, τα οποία θα έχουν ρυθμιστικό ρόλο και την αποφασιστική ψήφο. Ο καθένας μπορεί να υποθέσει από πού θα ελέγχονται αυτοί και ποιόν πραγματικό ρόλο θα παίζουν, υπό τον δικαστικό μανδύα, αναλώμασι της πραγματικής ελευθερίας, ανεξαρτησίας και κυριαρχίας της Κύπρου.

Ελληνική Υποχώρηση και στο Μέγα Θέμα του Πρωτογενούς Ευρωπαϊκού Δικαίου

Στο άρθρο 4, με τη γνωστή μέθοδο του αμαλγάματος, δίνεται εμμέσως ικανοποίηση και σε μια άλλη επίσης Τουρκική αξίωση. Η «λύση» που θα συμφωνηθεί, επειδή είναι βέβαιο ότι θα συγκρούεται με τις αρχές της Ευρωπαϊκής Ενώσεως και το Ευρωπαϊκό κεκτημένο, να καταστεί πρωτογενές Ευρωπαϊκό δίκαιο. Σε μια τέτοια περίπτωση, δεν θα μπορεί κανείς ή θα γίνει πολύ δύσκολο να προσφύγει εναντίον της στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, επικαλούμενος το Ευρωπαϊκό κεκτημένο και τη Χάρτα των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, που έχει γίνει αναπόσπαστο μέρος του με τη Συνθήκη της Λισσαβώνος.
Στο κείμενο αναφέρεται, συγκεκριμένα: «Το ομοσπονδιακό σύνταγμα θα ορίζει ότι η Ενωμένη Κυπριακή Ομοσπονδία θα αποτελείται από δύο συνιστώντα ίσα κράτη. Η δικοινοτική, διζωνική φύση της Ομοσπονδίας και οι αρχές, πάνω στις οποίες βασίζεται η ΕΕ, θα διασφαλίζονται και θα γίνονται σεβαστές σε όλο το νησί».
Η κατάφωρη αντίφαση μεταξύ των αρχών, πάνω στις οποίες βασίζεται η Ευρωπαϊκή Ένωση, και της παραβιάσεως κάθε έννοιας της δημοκρατικής αρχής και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, που περιλαμβάνει το σχέδιο «λύσεως», αποσιωπάται και παραπέμπεται σε συγκάλυψη και ανοχή, με τη μορφή του πρωτογενούς Ευρωπαϊκού δικαίου. Η εξαίρεση των Ελλήνων της Κύπρου από την Ευρωπαϊκή προστασία των βασικών δημοκρατικών αρχών και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, θα επιρρίπτεται ως ευθύνη στους ίδιους, που αποδέχθηκαν, εάν αποδεχθούν, μια τέτοια «λύση».

Η Επιδιαιτησία δεν Έγινε τη Φορά αυτή από τον Γ.Γραμματέα του ΟΗΕ. Έγινε από τον Ίδιο τον Πρόεδρο της Κύπρου

Στο άρθρο 6 σημειώνεται, κατά τραγική ειρωνεία, ότι «οποιασδήποτε μορφής διαιτησία αποκλείεται». Κενός λόγος για παραπλάνηση των αφελών. Δεν χρειάζεται επιδιαιτησία, γιατί την έχει ήδη ασκήσει, πριν ακόμη από τις διαπραγματεύσεις, υπέρ της Τουρκικής πλευράς, ο ίδιος ο Πρόεδρος της Κύπρου, αποδεχόμενος τις θέσεις της πάνω σε όλα σχεδόν τα σημαντικά επίμαχα θέματα. Συγκεκριμένα:
στο θέμα της χωριστής ταυτότητας και «ακεραιότητας»,
στο θέμα της κυριαρχίας και της ιθαγένειας, που κατ'επίφαση είναι ενιαία και στην πραγματικότητα είναι τρικέφαλη,
στο θέμα της αποδοχής ως κεκτημένου των υποχωρήσεν Χριστόφια και του εγγράφου Ντάουνερ,
στο θέμα του πρωτογενούς Ευρωπαϊκού δικαίου,
στο θέμα του καταλοίπου της εξουσίας και της παρθενογενέσεως,
στο θέμα της αδύναμης ομοσπονδιακής εξουσίας.
Πριν ακόμη από το κοινό ανακοινωθέν, ο Πρόεδρος Αναστασιάδης είχε δώσει δείγμα γραφής της γραμμής αυτής, ενσωματώνοντας σε δικές του προτάσεις τις Τουρκικές θέσεις, τις οποίες μετά η Τουρκική πλευρά, βεβαίως, αποδεχόταν.
Το ίδιο έκανε και με τα Μέτρα Οικοδομλησεως Εμπιστοσύνης (ΜΟΕ). Πρώτο παράδειγμα, είναι η πρότασή του για την Αμμόχωστο, την οποία αποσυνέδεσε από τα σχετικά ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας και τη συνέδεσε με όρους «απευθείας εμπορίου» μεταξύ κατεχομένων και Ευρωπαϊκής Ενώσεως. Σχετικά με το Λιμάνι της Αμμοχώστου, υπήρχε διαπραγματευτικό προηγούμενο. Περιέλαβε όμως στην πρότασή του και το αεροδρόμιο της Τύμπου, υπό προϋποθέσεις σεβασμού, υποτίθεται, της κυριαρχίας της Κυπριακής Δημοκρατίας. Είναι προφανές ότι δεν μπορεί να κατοχυρωθεί κάτι τέτοιο εκτός και εκφυλισθεί σ'ένα προσχηματικό φύλλο συκής, που θα άνοιγε το δρόμο για το «απευθείας εμπόριο» και την έμμεση, ντε φάκτο, αναγνώριση του ψευδοκράτους από την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Ο υπουργός Εξωτερικών Γιαννάκης Κασουλίδης συνέδεσε την ίδια πρόταση για την Αμμόχωστο και με άλλα «ανταλλάγματα» προς την Τουρκική πλευρά. Άρση του βέτο της Κύπρου για το άνοιγμα δύο νέων κεφαλαίων στις ενταξιακές διαπραγματεύσεις Τουρκίας και Ευρωπαϊκής Ενώσεως. Αλλαγή στάσεως της Κύπρου έναντι των Τουρκικών διεκδικήσεων στη συνεργασία ΝΑΤΟ και Ευρωπαϊκής Ενώσεως. Η Τουρκία, με πρόσχημα το ΝΑΤΟ, διεκδικεί δικαιώματα μέλους της Ευρωπαϊκής Ενώσεως στην Ευρωπαϊκή πολιτική Άμυνας και Ασφάλειας.
Το κείμενο του συμφωνημένου κοινού ανακοινωθέντος, επαναλαμβάνει, κατά το μεγαλύτερο μέρος του, την πρόταση, που είχε υποβάλει η Ελληνική πλευρά στις 18 Δεκεμβρίου προς την Τουρκική. Η Αμερικανική διπλωματία, που πρωτοστάτησε, με διακριτικό συνεργό και υποβολέα τη Βρετανική διπλωματία, που σκοπίμως διατηρεί χαμηλό προφίλ, παρουσιάζει την πρόταση ως Ελληνική, και την παρέμβασή της ως απλώς υποβοηθητική. Η πραγματικότητα όμως δεν είναι καθόλου αυτή. Βρισκόμαστε μπροστά σε μια δυναμική Αμερικανική παρέμβαση, που συνδέεται με τη γενικότερη κατάσταση στην περιοχή και έχει στόχους υψηλής στρατηγικής και γεωπολιτικής.

Η Αμερικανική Παρέμβαση και οι Στόχοι της Αμερικανικής Πολιτικής

Η Αμερικανική παρέμβαση γίνεται σε μια στιγμή που θεωρείται ότι αντιπροσωπεύει ένα παράθυρο ευκαιρίας για να ολοκληρωθούν και στο διπλωματικό επίπεδο οι στόχοι που ετέθησαν με τη διπλή επιχείρηση του πραξικοπήματος και της εισβολής, υπό την υψηλή εποπτεία του Χένρυ Κίσσιγκερ. Η εκτίμηση αυτή συνδέεται με το υπολογισμένο κτύπημα κατά της οικονομίας της Κύπρου, την εκλογή στην Προεδρία ενός υποστηρικτή του σχεδίου Ανάν και την πλειοδοσία του ΑΚΕΛ, που είναι σήμερα η αξιωματική Αντιπολίτευση, υπέρ της γραμμής Αναστασιάδη και «λύσεως» τύπου σχεδίου Ανάν.
Συνδέεται επίσης με τις εξελίξεις στην περιοχή: την ανεύρεση μεγάλων ενεργειακών πόρων στην Ανατολική Μεσόγειο και στην ΑΟΖ της Κύπρου, τον πόλεμο στη Συρία και τη μόνιμη εγκατάσταση στην Ανατολική Μεσόγειο ισχυρής μοίρας Ρωσικού στόλου και τη ρήξη στις σχέσεις Τουρκίας και Ισραήλ.
Η κατάσταση άλλαξε, βεβαίως, σημαντικά από την εποχή του Κίσσιγκερ. Δεν άλλαξε όμως ο στόχος της νομιμοποιήσεως, με κάποιες αλλαγές, των τετελεσμένων γεγονότων της Τουρκικής εισβολής και της παγιώσεως, μέσα από τη «λύση», του ελέγχου της Κύπρου, με τη μοναδική γεωστρατηγική σημασία της, από το ΝΑΤΟ. Πυλώνες του ελέγχου αυτού θα ήταν, σε μια τέτοια περίπτωση, η Τουρκία με τη Μ. Βρετανία. Προφανώς, το δικέφαλο κράτος που σχεδιάζεται δεν θα έχει καμιά πραγματική ανεξαρτησία και κυριαρχία και η Κυπριακή Εθνική Φρουρά θα διαλυθεί, στο πλαίσιο της αποστρατικοποιήσεως της Κύπρου, στην οποία περιέργως εμμένει ακόμη η Ελληνική πλευρά. Οι μόνες στρατιωτικές δυνάμεις, που θα έμεναν στο νησί, θα ήταν ουσιαστικά οι Βρετανικές βάσεις και τα στρατιωτικά αποσπάσματα Ελλάδος και Τουρκίας, που θα συμφωνούνταν να μείνουν, στο πλαίσιο των εγγυήσεων και της στρατιωτικής παρουσίας, την οποία απαιτεί ανυποχώρητα η Άγκυρα. Αντιλαμβάνεται κανείς ότι, με αιχμάλωτη την Κύπρο, μέσα από μια λύση δύο ίσων κρατών, και με Τουρκικό δικαίωμα βέτο σε όλα τα επίπεδα, η Ελληνική στρατιωτική παρουσία τύπου ΕΛΔΥΚ, θα είχε εντελώς συμβολικό χαρακτήρα. Ουσιαστικά, η Ελλάδα, με εξουδετερωμένο το βάρος του Κυπριακού Ελληνισμού, μέσα από μια τέτοια «λύση», θα έχανε την Κύπρο ως έρεισμα για γεωπολιτική παρουσία στην Ανατολική Μεσόγειο. Αντίθετα, η Τουρκία, λόγω ακριβώς μιας τέτοιας Τουρκικής «λύσεως» αλλά και λόγω γεωγραφικής γειτνιάσεως, θα ενίσχυε τον γεωπολιτικό της έλεγχο στην Κύπρο και θα εγκαθιστούσε, ντε φάκτο, καθεστώς συγκυριαρχίας με τους Βρετανούς.
Η Αμερικανική πολιτική και στρατηγική στο Κυπριακό επαναλαμβάνει, για άλλη μια φορά, το γνωστό πρότυπο της πολιτικής της στα Ελληνο-Τουρκικά. Κινούμενη από τον υστερικό γεωπολιτικό ανταγωνισμό της με τη Ρωσία, επιδιώκει, αναλώμασι των Ελληνικών συμφερόντων, να προαγάγει τη στρατηγική οργανική σύνδεση του Ελληνικού και του Τουρκικού χώρου σ'ένα ενιαίο σύνολο, στο πλαίσιο των λεγομένων Ευρω-Ατλαντικών θεσμών, με ιδεολογική επίφαση την Ελληνο-Τουρκική φιλία, συνεννόηση και συνεργασία.
Η «λύση» του Κυπριακού υπέρ των Τουρκικών συμφερόντων είναι ένα αντάλλαγμα και δέλεαρ για τον προσανατολισμό της Τουρκίας προς τη Δύση και την ασφαλέστερη πρόσδεσή της σ'αυτήν, με την ενίσχυση, μεταξύ άλλων, της Ευρωπαϊκής της πορείας. Η επωδός αυτή, ότι δηλαδή μπορεί η Τουρκία να στρέψει την πλάτη προς την Ευρώπη και ν'ακολουθήσει ανεξάρτητη δική της πολιτική, όπως δείχνουν ορισμένες ενέργειες του Ερντογάν, επιστρατεύεται ως επιχείρημα για να πεισθούν και όσοι Ευρωπαίοι δεν είναι ιδιαίτερα πρόθυμοι για να προωθήσουν την ενταξιακή προοπτική της Τουρκίας.
Μεταξύ των ήδη πεπεισμένων, είναι, δυστυχώς, κατ'εξοχήν και ο υπουργός Εξωτερικών και Αντιπρόεδρος της Κυβερνήσεως Ευάγγελος Βενιζέλος. Ενστερνίσθηκε πλήρως την Αμερικανική πολιτική, που του μετέφερε ο Αμερικανός ομόλογός του στην Ουάσιγκτον και αργότερα η Αμερικανίδα υφυπουργός Βικτόρια Νούλαντ, κατά την επισκεψή της στην Αθήνα. Μετά την επίτευξη συμφωνίας για το κοινό ανακοινωθέν, τηλεφωνήθηκε με τον Τούρκο ομόλογό του και συνεχάρησαν αλλήλους για την «πρόοδο» στο Κυπριακό. Ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών Νταβούτογλου έχει κάθε λόγο να χαίρεται και να πανηγυρίζει. Προσβλέπει σε μια απίστευτη Τουρκική διπλωματική και στρατηγική επιτυχία. Ο Έλληνας όμως υπουργός γιατί χαίρεται;
Στο πλαίσιο της ίδια στρατηγικής αντιλήψεως, που θέλει ενιαίο στρατηγικό σύνολο την Ελλάδα και την Τουρκία, με θυσία όμως Ελληνικών συμφερόντων, η Αμερικανική πολιτική επιδιώκει, με ισχυρές πιέσεις, την αποκατάσταση των σχέσεων μεταξύ Τουρκίας και Ισραήλ. Βλέπει ιδιαίτερα, με μεγάλη ανησυχία, τη στρατηγική σύγκλιση Ελλάδος, Κύπρου, Ισραήλ, που θα μπορούσε να δημιουργήσει προβλήματα στη στρατηγική της απέναντι στην Τουρκία και στη συνοχή του ΝΑΤΟ.
Η Αμερικανική πολιτική βλέπει ευνοϊκά την προσέγγιση Κύπρου και Ελλάδος με το Ισραήλ, υπό την προϋπόθεση όμως αυτή να μην έχει αντι-Τουρκική αιχμή. Υπό την προϋπόθεση επίσης να μην ενθαρρύνει την Ελλάδα προς μια πιο ενεργό αποτρεπτική πολιτική έναντι της Τουρκίας και την Κύπρο προς μια πολιτική, που δεν θα συμβιβαζόταν με τα προωθούμενα σχέδια για φιλοτουρκική «λύση» τύπου σχεδίου Ανάν.
Το Ισραήλ παρακολουθεί, με ανησυχία, τον νεο-Οθωμανικό και φιλο-Ισλαμικό προσανατολισμό της Τουρκίας και τις φιλοδοξίες της ν'αναδειχθεί σε περιφερειακή στρατιωτική δύναμη, με έμφαση στην ισχυρή αεροναυτική παρουσία της στην Ανατολική Μεσόγειο. Η παρουσία αυτή είναι εκ των πραγμάτων ανταγωνιστική για το Ισραήλ, που, ακόμη και αν αποκατασταθούν οι σχέσεις, δεν θα έχει την παλαιά εμπιστοσύνη και σχέση με την Τουρκία. Με τη λογική αυτή, ο γεωπολιτικός έλεγχος της Κύπρου από την Τουρκία, έστω σε συγκυριαρχία, ντε φάκτο, με τους Βρετανούς, δεν είναι επιθυμητός από το Ισραήλ, αντίθετα με τη στάση που τήρησε κατά την προώθηση του σχεδίου Ανάν, όταν οι Τουρκο-Ισραηλινές σχέσεις ήταν ανέφελες.
Σήμερα έχει κάθε συμφέρον να προωθήσει τη στρατηγική σύγκλιση και συνεργασία με την Ελλάδα και την Κύπρο. Είναι ενδεικτικές, από την άποψη αυτή, οι κοινές αεροναυτικές ασκήσεις με την Κύπρο στις 13-15 Φεβρουαρίου.
Η Αμερικανική όμως πολιτική, ασκώντας πιέσεις στον αδύνατο κρίκο της συμμαχίας, που είναι οι ενδοτικές πολιτικές ηγεσίες στην Κύπρο και την Ελλάδα και προτάσσοντας γι'αυτές την προσέγγιση με την Τουρκία, υπονομεύουν την προοπτική και την αξιοπιστία μιας τέτοιας τριπλής συγκλίσεως και πιέζουν το Ισραήλ προς την αποκατάσταση των σχέσεων με την Άγκυρα.

Τί θα Σήμαινε για την Κύπρο στην Ευρωπαϊκή Ένωση μια «Λύση» Δικέφαλου Κράτους;

Πολλοί βαυκαλίζονται, όπως και πριν για το σχέδιο Ανάν, ότι το Ευρωπαϊκό πλαίσιο θα λειτουργήσει περιοριστικά και θα μετριάσει τις απαράδεκτες πλευρές ενός κακού σχεδίου «λύσεως».
Η εφαρμογή πρωτογενούς Ευρωπαϊκού δικαίου για τη «λύση», δεν θ'αφήσει, δυστυχώς, πολλά περιθώρια προς μια τέτοια κατεύθυνση. Αντιθέτως, η ένταξη δύο «ίσων» και «κυριάρχων» κρατών στην Ευρωπαϊκή Ένωση, θα βάλει από την πίσω πόρτα στην ΕΕ, μέσω του Τ/Κ κρατιδίου, την Τουρκία στην Ευρώπη, εφόσον θα έχει αποφασιστικό λόγο για τη ψήφο της Κύπρου. Το Τουρκοκυπριακό κρατίδιο θα γίνει ο μπαϊρακτάρης (σημαιοφόρος) της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Σύμφωνα με τις συγκλίσεις που επιτεύχθησαν, με τις υποχωρήσεις Χριστόφια, το υπουργείο Εξωτερικών της Κύπρου θα διχοτομηθεί σε υπουργείο Εξωτερικών και σε Υπουργείο Ευρωπαϊκής Ενώσεως, για να πάρει το κάθε κρατίδιο από ένα υπουργείο και ν'αλλάζουν εκ περιτροπής. Η Τουρκική πλευρά, το 18% δηλαδή του πληθυσμού, διεκδικεί επίσης τις μισές σημαντικές πρεσβείες και τις μισές υψηλές θέσεις σ'όλη τη δημόσια ομοσπονδιακή υπηρεσία.
Η Κύπρος, με άλλα λόγια, έδωσε αγώνα για να ενταχθεί στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ανεξάρτητα από τις επιφυλάξεις, που μπορεί να έχει κανείς σήμερα γι'αυτήν, για να μην έχει τα δικαιώματα που έχουν όλοι οι Ευρωπαίοι και για να μετατραπεί σε ενεργούμενο της Άγκυρας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, μέσω των ισοτίμων Τουρκοκυπρίων και της επαίσχυντης «λύσεως», που σχεδιάζεται.

Η Άγκυρα Θέλει Τώρα Επειγόντως Λύση για να Μπει, Εκτός των Άλλων, Λεόντειος Συνέταιρος στο Φυσικό Αέριο της Κύπρου

Ο πρώην Πρόεδρος Χριστόφιας άνοιξε την πόρτα, με πρόσχημα τους Τουρκοκυπρίους, για να νομιμοποιηθούν Τουρκικές αξιώσεις στο φυσικό αέριο της ΑΟΖ της ελεύθερης Κύπρου, ακόμη και πριν τη λύση του Κυπριακού. Ο ξένος παράγων άρπαξε την ευκαιρία για να χρησιμοποιήσει το φυσικό αέριο ως καταλύτη για «λύση». Εάν επρόκειτο για μια λύση, που θα διεσφάλιζε τα βασικά συμφέροντα και των Ελληνοκυπρίων, θα ήταν κατανοητό. Στην πραγματικότητα όμως, η δήθεν «λύση» θα υφαρπάξει από την Κύπρο τον έλεγχο του φυσικού αερίου της, πριν προλάβει να το αξιοποιήσει και να ενισχύσει την οικονομική και τη διπλωματική της θέση.
Ειδικότερα η Άγκυρα εγείρει τρεις αξιώσεις σχετικά με το φυσικό αέριο της Κύπρου:
μερίδιο για τους «ισότιμους» Τουρκοκυπρίους
εξαγωγή του φυσικού αερίου της Κύπρου, με αγωγό μέσω Τουρκίας
οριοθέτηση της ΑΟΖ της Κύπρου, με βάση τις δικές της γνωστές απόψεις και θέσεις. Η κατάλυση της Κυπριακής Δημοκρατίας θα δημιουργούσε μια νέα κατάσταση. Η Κύπρος θα ήταν δέσμια της σύμφωνης γνώμης και του βέτου της Τουρκοκυπριακής πλευράς.

Οι Επιπτώσεις για το Μέλλον του Κυπριακού Ελληνισμού και την Ελλάδα

Η επιβολή μιας απαράδεκτης «λύσεως» στην Κύπρο, με τη μορφή ενός δικέφαλου κράτους, με τρικέφαλη κυριαρχία και ιθαγένεια, και με αυτοκαταστροφική συνέργεια, στρατηγική μυωπία και απουσία γεωπολιτικής αντιλήψεως της Κυπριακής ηγεσίας αλλά και της πολιτικής ηγεσίας στην Αθήνα, θα ήταν μια τραγική κατάληξη ενός αιώνα σχεδόν αγώνα της Κύπρου για ελευθερία και ανεξαρτησία.
Θ'αποτελούσε στρατηγική νίκη για την Άγκυρα και πολύ επικίνδυνο προηγούμενο για τις διεκδικήσεις της στον άλλο Ελληνικό χώρο. Ο Κυπριακός Ελληνισμός δεν θα είχε, σε μια τέτοια περίπτωση, πραγματική ελευθερία και ανεξαρτησία. Θα ήταν όμηρος της Άγκυρας, υπό την επίφαση μιας δήθεν ομοσπονδίας, που θα ήταν στην πραγματικότητα λεόντεια συνομοσπονδία. Όχι μόνο, άλλωστε, με τους Τουρκοκυπρίους αλλά, μέσω αυτών, και με την Άγκυρα, που τους ελέγχει πολιτικά, δημογραφικά, μέσω των εποίκων, και στρατιωτικά.
Η ευθύνη ανήκει τώρα στον Κυπριακό λαό αλλά και σ'ολόκληρο τον Ελληνισμό να αποτρέψει μια τέτοια καταστροφική «λύση».

ΠΗΓΗ: Περιοδικό ΕΠΙΚΑΙΡΑ

Κάντε Like στη σελίδα μας στο facebook και ακολουθείστε μας στο Twitter

Write on Τετάρτη, 12 Φεβρουαρίου 2014 Κατηγορία ΕΠΙ ΣΚΟΠΟΝ
Του Παναγιώτη Α. Καράμπελα*

Εδώ και σειρά ετών με συνδέουν ιδιαίτερες, προσωπικές και βαθιές σχέσεις με την Κύπρο. Οι σκέψεις, λοιπόν, που θα καταγράψω πιο κάτω βγαίνουν με ιδιαίτερη δυσκολία και προκαλώντας μου μεγάλο πόνο, αλλά -όσο οξύμωρο κι αν ακούγεται αυτό- και Ελπίδα... Υπό άλλες συνθήκες η τελευταία ανακίνηση του Κυπριακού θα μπορούσε να είναι μια θετική εξέλιξη μετά από 10 χρόνια απραξίας. Όμως, δεδομένου ότι έχει προηγηθεί η προσπάθεια ολοκλήρωσης του αντικειμενικού σκοπού των επιχειρήσεων «Αττίλας» 1 και 2 μέσω του Σχέδιου Ανάν το 2004, καθώς και η ανάληψη της διακυβέρνησης της Κυπριακής Δημοκρατίας από τον θερμότερο υποστηρικτή του, τον κ. Αναστασιάδη, οι επικείμενες διαπραγματεύσεις μας φέρνουν πιο κοντά από ποτέ στην ολοκλήρωση με το χειρότερο τρόπο μιας τραγωδίας που ξεκίνησε πριν 40 χρόνια.

Τι ακριβώς εννοούμε, όμως, όταν μιλάμε για «ολοκλήρωση της τραγωδίας»; Εν αντιθέσει με αυτό που μπορεί να έχει στο μυαλό του ο απλός πολίτης, η ολοκλήρωση της τραγωδίας ΔΕΝ είναι η διχοτόμηση! Η ολοκλήρωση της τραγωδίας είναι η τελική πραγματοποίηση του αρχικού σχεδίου της Άγκυρας, δηλαδή, η πλήρης κατάκτηση/απορρόφηση (ή οποιοδήποτε συνώνυμο επιθυμείτε), της Κύπρου από την Τουρκία. Η ενσωμάτωση και υποταγή της Κύπρου στη σφαίρα επιρροής της γείτονος.

Ας πάρουμε όμως τα πράγματα με την σειρά τους. Δύο τρόποι υπάρχουν να λυθεί το Κυπριακό: ή με τα όπλα ή με τη διπλωματία. Με τα όπλα σημαίνει η επανέναρξη των εχθροπραξιών με σκοπό να ρίξουμε τα Τουρκικά στρατεύματα κατοχής στη θάλασσα. Μη ξεχνάμε ότι η Πράσινη Γραμμή είναι γραμμή «κατάπαυσης του πυρός» και όχι σύνορα. Έχουμε, δηλαδή, μια εκεχειρία που διαρκεί 40 χρόνια. Είναι κάτι τέτοιο εφικτό; Όσο κι αν θα προτιμούσα αυτή τη λύση, δυστυχώς, ΌΧΙ δεν είναι. Το σύνολο των Ελληνικών δυνάμεων στη Μεγαλόνησο δεν επαρκούν για ένα τέτοιο εγχείρημα. Κάτι τέτοιο, άλλωστε, θα σήμαινε έναν πλήρους εύρους Ελληνοτουρκικό πόλεμο (total war κατά Clausewitz) σε όλα τα μέτωπα, Κύπρο-Αιγαίο-Έβρο, με πιθανά δύο ακόμα μέτωπα, ένα εσωτερικό -ελέω πολυπολιτισμού- και ένα κοντά στα Ελληνοαλβανικά σύνορα, όχι ανοιχτά με τις Αλβανικές Ένοπλες Δυνάμεις, αλλά με κυρίως μονάδες του UCC και λοιπούς συνεργαζόμενους... Η δυνατότητα ενίσχυσης των δυνάμεων στη Κύπρο θα ήταν αδύνατη. Το κυριότερο, μάλιστα, είναι ότι δεν είναι καθόλου σίγουρο ότι ειδικά στο μέτωπο της Κύπρου δεν θα είχαμε τα ακριβώς αντίθετα από τα επιθυμητά αποτελέσματα... Αλλά ακόμα κι αν από στρατιωτικής απόψεως ήταν εφικτή μια τέτοια απόπειρα, είναι θλιβερά προφανές ότι δεν έχουμε πολιτικές ηγεσίες ούτε στην Ελλάδα ούτε στη Κύπρο έστω και για να σκεφτούν μια τέτοια επιλογή... Επομένως, μένουμε με τις επιλογές που μπορεί να μας παράσχει η διπλωματία.

Εφόσον, λοιπόν, πάμε για ειρηνική λύση, θα πρέπει απαραιτήτως να γίνει στη βάση μιας ελάχιστης τουλάχιστον συμφωνίας όλων των πλευρών, για να είναι βιώσιμη. Όμως, ακόμα και στο βέλτιστο για εμάς σενάριο, τι μπορούμε να περιμένουμε; Τα ουσιαστικά ζητούμενα για εμάς είναι:

1. Να φύγουν τα στρατεύματα κατοχής.
2. Να φύγουν οι έποικοι.
3. Να επιστρέψουν οι πρόσφυγες στις περιουσίες τους, όπου είναι εφικτό ή έστω να πάρουν άλλη γη στον τόπο τους σαν αντάλλαγμα, και μόνο σαν έσχατη λύση, αν δεν γίνεται αλλιώς, μια δίκαιη αποζημίωση.
4. Να υπάρξει ξανά κάποιας μορφής ουσιαστικός και κυρίαρχος έλεγχος/διακυβέρνηση (άρα πραγματική επανένωση) στα κατεχόμενα εδάφη μας υπό ενιαία διοίκηση και ως συνέχεια της Κυπριακής Δημοκρατίας.
5. Η ανεύρεση των αγνοουμένων ή μάλλον -δυστυχώς- των σωρών τους.

Ας τα πιάσουμε με τον απαιτούμενο ρεαλισμό ένα-ένα. Και με την πιο ευνοϊκή έκβαση έχουμε σαν δεδομένα ότι:

1. Η Τουρκία δεν πρόκειται ΠΟΤΕ να δεχθεί την πλήρη απόσυρση των κατοχικών στρατευμάτων από το νησί. Στην καλύτερη περίπτωση θα μειωθεί απλά ο αριθμός τους. Τόσο απλά.
2. Η Τουρκία δεν πρόκειται ΠΟΤΕ να δεχθεί να φύγουν όλοι οι έποικοι. Το πολύ-πολύ να μειωθεί κι εδώ ο αριθμός τους, αλλά σε καμία περίπτωση δε θα φύγουν περισσότεροι από το 25-30% το μέγιστο. Δεν υπάρχει περίπτωση να θελήσει η Άγκυρα να δυσαρεστήσει τους δικούς της ανθρώπους όταν ταυτόχρονα θα προσπαθεί να περάσει το επικοινωνιακό μήνυμα του θριάμβου, όπως θα επιθυμεί. Άλλωστε, δεν τους έφερε ως μέσον πίεσης. Τους έφερε για να μείνουν!
3. Η Τουρκία δεν πρόκειται ΠΟΤΕ να παρουσιάσει σαν λύση στους δικούς της κάτι που θα περιλαμβάνει το «ξεσπίτωμα/ξεριζωμό» (έτσι θα το λένε αυτοί...) των εποίκων κυρίως, αλλά και των τουρκοκυπρίων που κατοικούν σε καταπατημένες περιουσίες, για να εγκαταστήσει ξανά...ελληνοκυπρίους! Εκτός κι αν θέλει να ζήσει σκηνικό...Ουκρανίας στα Κατεχόμενα και όχι μόνο! Ακόμα, όμως, και αν τεθεί θέμα αποζημιώσεων, θα πρέπει να γνωρίζουμε ότι θα κληθούμε κι εμείς να πληρώσουμε για τουρκοκυπριακές περιουσίες στο ελεύθερο κομμάτι, κάτι που εν μέσω της οικονομικής κρίσης θα είναι δυσβάσταχτο ή εναλλακτικά, μιας και οι τουρκοκυπριακές περιουσίες έχουν διατηρηθεί σχεδόν ανέπαφες όλα αυτά τα χρόνια, να δεχθούμε να επιστρέψουν οι τελευταίοι σε αυτές. Αν γίνει έτσι, οι τουρκοκύπριοι θα έχουν γυρίσει πίσω στα σπίτια τους, ενώ οι ελληνοκύπριοι όχι! Για τους ελληνοκύπριους τα σπίτια τους και τα χωριά τους, θα είναι για πάντα Κατεχόμενα...
4. Και στην καλύτερη δυνατή λύση για εμάς, διοικητικά κουμάντο στο βόρειο κομμάτι του νησιού θα κάνουν πλέον οι Τούρκοι μέσω των τουρκοκυπρίων. Ότι μορφή διακυβέρνησης κι αν συμφωνηθεί και με όποια ονομασία -ομοσπονδία, συνομοσπονδία, χαλαρή ή μη κτλ.- ενιαία διοίκηση δεν θα ασκείται επί της ουσίας χωρίς την άμεση ή έμμεση έγκριση πρακτικά της τουρκοκυπριακής συνιστώσας κρατικής Αρχής...
5. Για τους αγνοούμενους απλά δεν μπορούμε να περιμένουμε καμία περισσότερη βοήθεια από την μηδενική που μας προσφέρουν. Δεν πρόκειται ΠΟΤΕ να παραδεχθούν τα λάθη τους, πολύ περισσότερο δε τα εγκλήματά τους. Πόσο μάλλον να χτίσουν το καινούργιο τους «κράτος» πάνω σε μια τέτοια παραδοχή και με τις επικοινωνιακά καταστροφικές εικόνες εκταφών ομαδικών τάφων...

Τι μένει, λοιπόν; Ποια είναι η διαφορά με την πραγματική διχοτόμηση; Η διαφορά είναι ότι με μια λύση σε αυτές τις βάσεις, ο μόνος που έχει παραχωρήσει κάτι είναι η Ελληνική πλευρά. Απλά θα έχει νομιμοποιηθεί η εισβολή και τα αποτελέσματά της. Ο εποικισμός, οι καταπατήσεις, ο διωγμός. Θα έχουμε παραχωρήσει κομμάτι εξουσίας/διακυβέρνησης, θεσμικό ρόλο και υπόσταση αλλά, κυρίως, έδαφος όχι στους τουρκοκυπρίους -που εν πάση περιπτώσει είναι ΚΑΙ δικό τους νησί- αλλά στη Τουρκία που ουσιαστικά καταδυναστεύει και αυτούς... Θα έχουμε δεχθεί τον ενταφιασμό όλων των Ψηφισμάτων του Ο.Η.Ε. που με τόσο κόπο είχαμε καταφέρει να εκδοθούν υπέρ μας και που περιέγραφαν το τι είχε πράγματι πράξει η Τουρκία, φέρνοντάς την ενώπιων των ευθυνών της. Θα την έχουμε βγάλει από την γωνία! Ο αγώνας για τη μη αναγνώριση των Κατεχομένων ως κράτος, απλά θα έχει παραχωρήσει τη θέση του στη με κάθε επισημότητα αναγνώρισή τους, έστω και αρχικά σαν «συνιστών κράτος». Η κεντρική διοίκηση, πέραν της δυσλειτουργικότητας που διαγράφεται στον ορίζοντα βάσει του κοινού ανακοινωθέντος (που εύκολα θα μπορέσει να οδηγήσει σε μια de facto αυτονόμηση/ανεξαρτητοποίηση, αλλά αυτή τη φορά με ευνοϊκότερους όρους και προϋποθέσεις διεθνούς αναγνώρισης) επί της ουσίας θα είναι, εν δυνάμει, ο δάσκαλος που προσπαθεί να επιβάλει τη πειθαρχία σε μια τάξη εκτός ελέγχου, όπου κανένας μαθητής δεν τον προσέχει και κανείς δεν τον σέβεται...

Όλες οι προσπάθειες των ελληνοκυπρίων όλα αυτά τα χρόνια για να δημιουργήσουν τη σημερινή σύγχρονη Κύπρο -παρά τα όποια οικονομικά προβλήματα τώρα- θα έχουν χάσει το νόημά τους. Όλες οι προσπάθειες για εκμετάλλευση των υδρογονανθράκων και τα τεράστια οικονομικά τους οφέλη, η στρατηγικής σημασίας συμμαχία με το Ισραήλ, ο αγώνας για τη γεωστρατηγική αναβάθμιση του Ελληνισμού μέσω της ενοποίησης των ΑΟΖ Ελλάδας-Κύπρου, η προσπάθεια να μην περάσει ο αγωγός από την Τουρκία αλλά να ακολουθήσει τη πορεία του άξονα Ισραήλ-Κύπρος-Ελλάδα θα έχουν χαθεί, για ένα κύριο λόγο: Η πληθυσμιακή αύξηση και η οικονομική εξάπλωση των πάντα σχολαστικών και υπομονετικών τούρκων, θα φέρει το νησί αργά ή γρήγορα από τον εξασφαλισμένο μερικό έλεγχο που τους προσφέρει μια τέτοια λύση, στον πλήρη έλεγχο του μεσο-μακροπρόθεσμα. Οι όποιες αποφάσεις θα παίρνει το κράτος κεντρικά, θα είναι πλέον «νοθευμένες» με μπόλικη δόση από Τουρκία... Όχι από τουρκοκυπρίους, αλλά από Τουρκία! Δηλαδή, θα έχουμε δώσει ΤΑ ΠΑΝΤΑ, χωρίς να έχουμε πάρει επί της ουσίας ΤΙΠΟΤΑ! Αντιθέτως, θα έχουμε χάσει και όσα κρατήσαμε, αλλά και όσα πετύχαμε με κόπο τόσα χρόνια...

Δυστυχώς, λοιπόν, κάποια στιγμή θα πρέπει να δεχθούμε πως τα Κατεχόμενα, ότι και να γίνει θα παραμείνουν Κατεχόμενα... Οι τουρκοκύπριοι στην πλειοψηφία τους πλέον δεν έχουν ζήσει ούτε μια ημέρα μαζί με τους ελληνοκύπριους. Σημεία επαφής δεν υπάρχουν πολλά πλέον. Ούτε γλωσσικά (πόσοι ελληνοκύπριοι ξέρουν τουρκικά και πόσοι τουρκοκύπριοι ξέρουν ελληνικά, άραγε;...), ούτε κοινωνικά, ούτε καν σε κάποιο ελάχιστο προσωπικό επίπεδο... Και η καλύτερη δυνατή για εμάς λύση δεν θα αλλάξει αυτά τα αδιαμφισβήτητα δεδομένα. Όποια μορφή κι αν πάρει η οποιαδήποτε «λύση», τα εδάφη αυτά -επαναλαμβάνω, ΔΥΣΤΥΧΩΣ- θα είναι κατεχόμενα...

Όμως, το προαναφερθέν αίσθημα της Ελπίδας το οποίο νοιώθω εκπορεύεται από την μια και τελευταία ευκαιρία για διέξοδο που μας έχει απομείνει. Μια διέξοδο που μας εξασφαλίζει πολλά. Περισσότερα από όσα συνειδητοποιούμε ότι θα χάσουμε! Τη προσπάθεια να φροντίσουμε, τουλάχιστον, να μην μας πάρουν και τα υπόλοιπα! Μπορούμε να διασώσουμε και να διατηρήσουμε αυτά που με κόπο κατακτήσαμε σε αυτό το κομμάτι Ελλάδας ο Ελληνισμός και κυρίως ο κυπριακός Ελληνισμός. Να συνεχίσει ο κυπριακός Ελληνισμός τη πορεία του ως ένα αναγνωρισμένο κράτος, με όλες τις αρετές που το διέκριναν όλα αυτά τα χρόνια μετά την εισβολή. Όσο άσχημο κι αν ακούγεται μετά από τόσα χρόνια ελπίδας για ένα θαύμα(;), δυστυχώς αυτό που προβάλει σαν η μόνη ορθολογιστική, ρεαλιστική και βιώσιμη λύση, ίσως να είναι ο «δαίμονας» που όλοι φοβόμασταν ακόμα και το όνομά του να προφέρουμε: Η διχοτόμηση.

Η μόνη λογική και αξιοπρεπής στάση, που υπακούει στο βασικό ένστικτο της αυτοσυντήρησης, υπαγορεύει την καταψήφιση στο επικείμενο δημοψήφισμα του νέου Σχεδίου Ανάν που επί της ουσίας μας σερβίρουν με ωραία λογάκια 10 χρόνια μετά τη πρώτη τους προσπάθεια. Αυτό, φυσικά, θα φέρει ένα εξ ίσου λογικό αποτέλεσμα. Όχι, καμία εισβολή, όπως απειλούσε ο Σημίτης το 2004. Ούτε την διεθνή απομόνωση, ούτε κάποια άλλη...μεταφυσική καταστροφή. Θα επιφέρει κατά πάσα πιθανότητα την οριστική λήξη των προσπαθειών επίλυσης του Κυπριακού μέσω της επανένωσης του νησιού και με τη σειρά της την διχοτόμηση, μέσω της αναπόφευκτης σταδιακής αναγνώρισης των Κατεχομένων από τη διεθνή κοινότητα. Αυτή, όμως, ακριβώς είναι η λύση, δυστυχώς Η ΜΟΝΗ ΛΥΣΗ, στο Κυπριακό που είναι προς το συμφέρον των ελληνοκυπρίων και του ευρύτερου Ελληνισμού, έτσι όπως έχουν φτάσει τα πράγματα σήμερα!

Δεν είναι ανάγκη καν να περιμένουμε το αποτέλεσμα των συνομιλιών. Με δεδομένες τις προαναφερθείσες πάγιες θέσεις της Τουρκίας, δεν έχουμε να περιμένουμε τίποτα από τις διαπραγματεύσεις. Αυτές δεν έπρεπε καν να ξεκινήσουν αν δεν είχε ολοκληρωθεί κυρίως η στρατιωτική διάσταση της συμμαχίας με το Ισραήλ, αν δεν είχε γίνει έστω η έναρξη των εργασιών για τον αγωγό Ισραήλ-Κύπρος-Ελλάδα ή για το σταθμό υγροποιημένου φυσικού αερίου, αν δεν είχαμε εξασφαλίσει τη θέση ισχύος που μπορούσαμε. Τώρα, είναι αργά. Ο κύβος ερρίφθη... Οποιαδήποτε άλλη πρόταση πλην της αυτόνομης και ανεξάρτητης πορείας είναι στο τραπέζι, με τους όρους που περιγράφονται στο κοινό ανακοινωθέν, μόνο νέα δεινά μπορεί να «προσφέρει»... Και από δεινά χορτάσαμε! Πρέπει κάποτε να πούμε: «Κύριοι, ότι πήρατε, πήρατε! Τέλος!...»

Εύχομαι απλώς τα γεγονότα να με διαψεύσουν...

* Ο Παναγιώτης Α. Καράμπελας είναι Στρατηγικός και Πολιτικός Αναλυτής, συνεργάτης του Ελληνικού Κέντρου Ευρωπαϊκών και Διεθνών Αναλύσεων (ΕΛ.Κ.Ε.Δ.Α.) και της ραδιοφωνικής εκπομπής «Βόρειος Ήπειρος.GR» στον ΑΡΤ-fm 90,6.

Κάντε Like στη σελίδα μας στο facebook και ακολουθείστε μας στο Twitter

Write on Τρίτη, 11 Φεβρουαρίου 2014 Κατηγορία ΕΙΔΗΣΕΙΣ

Νέα, σοβαρή ποιοτικά, Τουρκική πρόκληση σημειώθηκε στο Αιγαίο και έγινε γνωστή πριν λίγη ώρα από το ΓΕΕΘΑ, όταν η Τουρκική κορβέτα TCG "BANDIRMA", ξεφτίλισε κάθε έννοια «αβλαβούς διελεύσεως» που προβλέπεται από το Διεθνές Δίκαιο και έκοβε βόλτες για μερικές ώρες στα ανοικτά του Στενού του Καφηρέα μέχρι και την Κέα!

Πιο συγκεκριμένα. Η Τουρκική κορβέτα TCG "BANDIRMA" η οποία είχε αποπλεύσει από τη βάση της στο ναύσταθμο της Σμύρνης με προορισμό να αντικαταστήσει άλλο πλοίο που συμμετέχει στην συμμαχική δύναμη UNIFIL του ΟΗΕ στα ανοικτά του Λιβάνου. Αντί λοιπόν να λάβει νότια πορεία, όπως είναι το λογικό, αυτή έλαβε δυτική πορεία και σήμερα στις 06:25 εισήλθε σε Ελληνικά Χωρικά Ύδατα μεταξύ Ευβοίας και Άνδρου, στο Στενό του Καφηρέα. Ακολούθως, η φρεγάτα κινούμενη με πορεία Νότια-Νοτιοδυτική διήλθε μεταξύ Κέας και Κύθνου και τελικώς εξήλθε την 09:50 από τα Ελληνικά Χωρικά Ύδατα Νοτίως της Κέας.

Καθ' όλη τη διάρκεια του πλου της Τουρκικής κορβέτας, η φρεγάτα «ΑΔΡΙΑΣ» και μέσα του Πολεμικού Ναυτικού καθώς και ένα ζεύγος αεροσκάφη F-16C της Πολεμικής Αεροπορίας, που πραγματοποίησαν αρκετές διελεύσεις πάνω από το τουρκικό πολεμικό, παρακολούθησαν και εξακολουθούν να παρακολουθούν το εν λόγω πολεμικό πλοίο καθ' όλη την διάρκεια του πλου του, που τώρα είναι στα διεθνή ύδατα του Αιγαίου με Νότια κατεύθυνση.

Όπως συμβαίνει παγίως σε αυτές τις περιπτώσεις για το περιστατικό το ΥΠΕΘΑ ενημέρωσε το ΥΠΕΞ για τον παραπέρα διπλωματικό χειρισμό της υποθέσεως.

Λ.Σ.Μ. - ΠΗΓΗ

Κάντε Like στη σελίδα μας στο facebook και ακολουθείστε μας στο Twitter

Write on Τρίτη, 11 Φεβρουαρίου 2014 Κατηγορία ΕΘΝΙΚΗ ΦΡΟΥΡΑ

Η στρατιωτική υπηρεσία και η διάρκεια της είναι ένα θέμα που απασχολεί τις αρμόδιες αρχές σε διάφορες χώρες περιλαμβανομένης και της Ελλάδας, της Τουρκίας και της Κύπρου. Λόγοι εθνικής ασφάλειας, κοινωνικοί, οικονομικοί, τεχνολογικοί και πολιτικοί πιέζουν κυβερνήσεις στην επανεξέταση της φύσης του θεσμού και του χρονικού διαστήματος της στρατιωτικής θητείας. Ποια είναι η πραγματική κατάσταση σε ό,τι αφορά το θέμα της θητείας στην Ελλάδα, την Τουρκία και την Κύπρο και πώς αυτή συγκρίνεται με τη στρατιωτική υπηρεσία στην Ευρώπη και αλλού;

Στρατιωτική υπηρεσία

Γενικά, η στρατιωτική υπηρεσία αφορά, τόσο την εθελοντική, όσο και την υποχρεωτική θητεία. Οι περισσότερες χώρες σήμερα απαιτούν από τους πολίτες τους να υπηρετήσουν για κάποιο χρονικό διάστημα στις ένοπλες δυνάμεις, είτε εξολοκλήρου εθελοντικά, είτε υποχρεωτικά. Σ' αυτή την κατηγορία των χωρών με υποχρεωτική θητεία εντάσσονται και η Ελλάδα, η Τουρκία και η Κύπρος, ενώ σε διάφορες περιπτώσεις συνυπάρχει συνδυασμός εθελοντικής και υποχρεωτικής θητείας.

Το φαινόμενο της στρατιωτικής υπηρεσίας είναι πανάρχαιο και είναι συνυφασμένο με την κατοχή και την άμεση και έμμεση χρήση φονικών και καταστροφικών εργαλείων (οπλισμού) από ομάδες ανθρώπων ή κρατών εναντίον αντιπάλων ή εχθρών, για την προστασία τους από απειλές ή και την προώθηση δικών τους συμφερόντων. Πρόκειται για ένα θέμα που πέρασε από πολλές φάσεις, όχι μόνο σε ό,τι αφορά τη διάρκεια της θητείας των στρατιωτών αλλά και σε σχέση με τις συνθήκες στελέχωσης, λειτουργίας και ανάπτυξης του στρατιωτικού ανθρώπινου δυναμικού. Οι επικρατούσες συνθήκες απειλής σε βάρος μιας χώρας, η άποψη των ψηφοφόρων, η κατάσταση της οικονομίας και το επίπεδο της στρατιωτικής τεχνολογίας αποτελούσαν καθοριστικό παράγοντα στη διαμόρφωση και λήψη αποφάσεων σε θέματα θητείας. Ιδίως στη σύγχρονη εποχή με την εισαγωγή εξοπλισμού και άλλων συστημάτων προηγμένης τεχνολογίας, η ανάγκη στελέχωσης του όλου φάσματος της οργανωτικής πυραμίδας των ενόπλων δυνάμεων - περιλαμβανομένων βέβαια και των οπλιτών - με εξειδικευμένο προσωπικό και επαγγελματίες έχει καταστεί αρκετά πιεστική.

Ελλάδα

Στην Ελλάδα, η θητεία ιστορικά κυμαινόταν μεταξύ 12 και 36 μήνες, εξαρτώμενη από διάφορους παράγοντες και ιδιαίτερα από το μέγεθος των κληρωτών και ασφαλώς την πολιτική κατάσταση και τις εξωτερικές απειλές που αντιμετωπίζει η χώρα. Σήμερα η χώρα διαθέτει υπό τα όπλα, ανθρώπινο δυναμικό που ανέρχεται στις 144.350.

Όσον αφορά τη συζήτηση για δημιουργία επαγγελματικού στρατού, ήταν αναπόφευκτο ότι θα άρχιζε να απασχολεί και την Ελλάδα όπως συνέβαινε και σε άλλες συμμαχικές χώρες στο ΝΑΤΟ πριν το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, αλλά και μετά, δεδομένων των απαιτήσεων των σύγχρονων μορφών απειλών και των στρατιωτικών αποστολών. Μεταξύ 1985 έως το 2000 η Ελλάδα προώθησε το θεσμό της απασχόλησης εθελοντών στρατιωτών ( γνωστών σήμερα ως Εθελοντών Μακράς Υπηρεσίας), που απετέλεσε και την πρώτη προσπάθεια της χώρας για δημιουργία επαγγελματικού στρατού.

Το 2009 η υποχρεωτική θητεία των ανδρών ηλικίας μεταξύ 19 – 45 χρόνων μειώθηκε στους 9 μήνες. Επίσης προσανατολισμένη στην κατεύθυνσης της προώθησης του θεσμού ενός πλήρως επαγγελματικού στρατού, η κυβέρνηση υποσχέθηκε περαιτέρω μείωση της θητείας στους 6 μήνες. Η σκέψη αυτή ωστόσο τέθηκε στο περιθώριο, ένεκα σημαντικών ελλείψεων σε ανθρώπινο στρατιωτικό δυναμικό, μεγάλων οικονομικών δυσχερειών που αντιμετωπίζει η χώρα και της φυγοστρατίας το ποσοστό της οποίας το 2013 ανερχόταν στο 66% των κληρωτών. Αντίθετα από μέρους του Γενικού Επιτελείου Εθνικής Άμυνας υποβλήθηκε πρόταση για αύξηση της διάρκειας της θητείας από 9 σε 12 μήνες για αντιμετώπιση της κατάστασης αλλά δεν έγινε αποδεχτή.

Τουρκία

Όσον αφορά την Τουρκία, η οποία διαθέτει το δεύτερο μεγαλύτερο στρατό στο ΝΑΤΟ ( 510.600) μετά τις ΗΠΑ, η υποχρεωτική θητεία σήμερα είναι 15 μήνες σε σχέση με 18 μήνες που ήταν προηγουμένως. Ο ανδρικός πληθυσμός της χώρας οφείλει να υπηρετήσει τη στρατιωτική του θητεία μεταξύ των ηλικιών 19 – 40 χρονών.Σημειώνεται ότι υπάρχουν εξαιρέσεις σχετικά με τη διάρκεια της θητείας. Για παράδειγμα, κληρωτοί με πανεπιστημιακή μόρφωση μπορούν να υπηρετήσουν 6 μήνες θητεία, ενώ άνδρες άνω των 30 ετών δύνανται να εξαγοράσουν τη στρατιωτική τους υπηρεσία. Επίσης από φέτος προβλέπεται ότι η υποχρεωτική θητεία θα μειωθεί στους 12 μήνες, γεγονός που σημαίνει μείωση του ανθρώπινου στρατιωτικού δυναμικού της χώρας κατά 70.000. Από την άλλη σημειώνεται ότι το πρόβλημα της φυγοστρατίας είναι οξύ και στην Τουρκία, ιδίως στις νοτιοανατολικές περιοχές, με τον ετήσιο αριθμό των φυγόστρατων να κυμαίνεται γύρω στις 60.000.

Η διαφοροποίηση των απειλών και του ρόλου των Τουρκικών Ενόπλων Δυνάμεων απαιτούν ένα μικρότερο αλλά και κατά πολύ πιο αποτελεσματικό στρατό από επαγγελματίες. Ήδη η Τουρκία διαθέτει ένα πυρήνα επαγγελματιών στρατιωτών, που βρίσκεται υπό συνεχή εξάσκηση και εκπαίδευση και αποτελεί τον ιστό που στηρίζει τη λειτουργία του όλου στρατιωτικού οικοδομήματος. Ο προγραμματισμός είναι για σταδιακή προώθηση του θεσμού του επαγγελματικού στρατού, γεγονός που θα συμβάλει σημαντικά στην ποιοτική ενίσχυση του στρατιωτικού δυναμικού της χώρας.

Τουρκοκύπριοι

Συζήτηση για μείωση της χρονικής διάρκειας της θητείας υπάρχει και για τις 5.000 των δυνάμεων των ενόπλων τουρκοκυπρίων στις κατεχόμενες από την Τουρκία περιοχές της Κύπρου, από 15 σε 12 μήνες με βάση σχετική πρόταση νόμου που έχει κατατεθεί στη λεγόμενη τουρκοκυπριακή βουλή.

Κύπρος

Στην Κύπρο, διακηρυγμένη πρόθεση των τελευταίων κυβερνήσεων ήταν η μείωση της θητείας από τους 26 μήνες σε επίπεδα κάτω των 19 μηνών μέχρι και 14 μήνες. Για την επίτευξη του στόχου αυτού, απαραίτητη προϋπόθεση είναι η αναδιοργάνωση της Εθνικής Φρουράς, η εξασφάλιση νέων οπλικών και άλλων συστημάτων και η πρόσληψη ικανοποιητικού αριθμού οπλιτών, που συνεπάγεται δαπάνες μερικών δεκάδων εκατομμυρίων ευρώ, καθώς και η αναβάθμιση της εφεδρείας.

Το 2002 η κυβέρνηση προχώρησε στη μείωση της θητείας κατά ένα μήνα στους 25 μήνες και αργότερα το 2008 στους 24 μήνες που ισχύει σήμερα. Αναφέρεται ότι μείωση της θητείας στους 19 – 18 μήνες ή στους 15 -14 μήνες θα σήμαινε την αντίστοιχη πρόσληψη αριθμού εθελοντών επαγγελματιών στρατιωτών. Ιδιαίτερα μείωση της διάρκειας της θητείας στους 14 – 15 μήνες απαιτεί την πρόσληψη 3.500 περίπου και πλέον μισθωτών οπλιτών - για υποφερτή κάλυψη του κενού που θα άφηνε η μείωση της δύναμης της Εθνικής φρουράς από 8.000 – 10.000 κληρωτούς σε 4.500.

Το 2010 είχε περάσει νομοσχέδιο επιλύοντας διάφορες εκκρεμότητες οργάνωσης και λειτουργίας της Εθνικής Φρουράς, προωθώντας μέτρα για αντιμετώπιση του μεγάλου προβλήματος της φυγοστρατίας, καθώς και πρόνοια για τη πρόσληψη επαγγελματιών οπλιτών προετοιμάζοντας το έδαφος για μείωση της θητείας. Ωστόσο, εσωτερικές αντιδράσεις, η έκρηξη στο Μαρί και οι εξελισσόμενες δυσχερείς οικονομικές συνθήκες ανέκοψαν την πορεία υλοποίησης της μείωσης της θητείας στους 19 ή 18 μήνες και αργότερα στους 15 ή 14 μήνες. Η οικονομική κρίση και τα σκληρά μέτρα λιτότητας που επιβάλλει το «Μνημόνιο» για το «νοικοκύρεμα» των δημόσιων οικονομικών αποτελούν σήμερα σημαντικό εμπόδιο σε οποιοδήποτε τέτοιο σχεδιασμό για μείωση της στρατιωτικής θητείας, αφού θα απαιτούντο σημαντικοί οικονομικοί πόροι για την ικανοποίηση των προϋποθέσεων που απαιτεί η υλοποίηση του. Μείωση της θητείας, είτε στους 19-18 μήνες, είτε στους 15-14 μήνες, με απλώς την αναδιοργάνωση και χωρίς διάθεση των απαιτούμενων πόρων και την ικανοποίηση των ανωτέρω προϋποθέσεων, προφανώς δεν θα είχε τα αναμενόμενα αποτελέσματα για την Εθνική Φρουρά.

Διάρκεια θητείας αλλού

Τέλος συγκρίνοντας τη διάρκεια της θητείας στην Ελλάδα, την Τουρκία και την Κύπρο η κατάσταση παρουσιάζεται ως εξής: Μεταξύ των τριών χωρών, η θητεία στην Κύπρο ( που ανέρχεται στους 24 μήνες) είναι η μεγαλύτερη σε διάρκεια. Στο χώρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ) η Κύπρος έχει τη μεγαλύτερη σε διάρκεια θητεία. Σε ορισμένες χώρες όπως η Αυστρία η θητεία έχει διάρκεια 6μήνες, στην Εσθονία 8 μήνες και συνεπώς είναι μικρότερης διάρκειας και από εκείνη στην Ελλάδα και την Τουρκία.

Εκτός της ΕΕ, στον υπόλοιπο ευρωπαϊκό ή γειτονικό χώρο, 24 μήνες θητεία έχει η Ουκρανία και η Αρμενία. Επίσης 24 μήνες θητεία έχουν αρκετές άλλες χώρες πέραν της Ευρώπης και του περίγυρού της όπως η Υεμένη, το Καζακστάν, η Σιγκαπούρη, η Κολομβία, η Γουϊνέα και άλλες. Μεγαλύτερη σε διάρκεια υπηρεσία στις ένοπλες δυνάμεις έχουν η Αίγυπτος 12- 36 μήνες, το Ισραήλ 36 μήνες, η Συρία 30 μήνες, το Βιετνάμ 30 μήνες, η Βενεζουέλα 30 μήνες, η Νότιος Κορέα 26 και η Βόρειος Κορέα 5 – 12 χρόνια.

Τα ανωτέρω αποτελούν μερικές από τις πραγματικότητες που αφορούν το θέμα της στρατιωτικής υπηρεσίας, τόσο στην Ελλάδα, την Τουρκία και την Κύπρο, όσο και χώρες της Ευρώπης και αλλού.

Άριστος Αριστοτέλους - ΠΗΓΗ

Κάντε Like στη σελίδα μας στο facebook και ακολουθείστε μας στο Twitter