Write on Τετάρτη, 21 Οκτωβρίου 2015 Κατηγορία ΕΙΔΗΣΕΙΣ

Τελεσίγραφο προς τη Λευκωσία είτε να υπογράψει μέχρι τον Μάρτιο συμφωνία επίλυσης του Κυπριακού είτε να αποδεχτεί το τετελεσμένο της κατοχής φαίνεται να προωθεί η Αγκυρα, συνδέοντας μάλιστα το ζήτημα αυτό με όσα συμφώνησε ο τούρκος πρόεδρος Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν με τη γερμανίδα καγκελάριο Ανγκελα Μέρκελ, στο πλαίσιο της αντιμετώπισης της προσφυγικής κρίσης.

Σύμφωνα με την εφημερίδα Hurriyet, τουρκική διπλωματική πηγή ανέφερε ότι «το Μάρτιο είτε θα υπογραφεί συμφωνία και η ελληνοκυπριακή διοίκηση θα πάει σε δημοψηφίσματα είτε, εάν το απορρίψει, η υφιστάμενη κατάσταση θα γίνει αποδεκτή από τη διεθνή κοινότητα ως μια λύση». Η θέση αυτή διατυπώθηκε ως απάντηση στα σχόλια ότι η συμφωνία Ερντογάν-Μέρκελ για άνοιγμα νέων κεφαλαίων στις ενταξιακές διαπραγματεύσεις της Τουρκίας στην ΕΕ δεν έχει καμία ισχύ από τη στιγμή που ο κυπριακή πλευρά ξεκαθάρισε ότι δεν αίρει το βέτο της για την επανεκκίνηση της ενταξιακής διαδικασίας της Τουρκίας στην ΕΕ.

Με αυτό το επιχείρημα, η διπλωματική πηγή που επικαλείται η τουρκική εφημερίδα βλέπει να παρακάμπτεται το κυπριακό βέτο και να μην υπάρχουν εμπόδια στην υλοποίηση της συμφωνίας Μέρκελ-Ερντογάν, εάν η ελληνοκυπριακή πλευρά δεν συναινέσει σε μία λύση μέχρι τον Μάρτιο.

Η ίδια πηγή επισήμανε τη δήλωση της γερμανίδας καγκελαρίου ότι θα κάνει ό,τι περνά από το χέρι της για να πείσει την ελληνοκυπριακή πλευρά ώστε να ανοίξουν σύντομα νέα διαπραγματευτικά κεφάλαια. Η Hurriyet σημειώνει επίσης πως η Μέρκελ υποστήριξε την τουρκική θέση ότι σε περίπτωση που το Μάρτιο του 2016 οι ελληνοκύπριοι απορρίψουν τη λύση, η παρούσα κατάσταση στο νησί πρέπει να γίνει αποδεκτή ως οριστική από την ΕΕ. Η γερμανίδα καγκελάριος φέρεται, σύμφωνα με το δημοσίευμα, να στήριξε τη θέση αυτή της Τουρκίας λέγοντας «έχετε δίκιο».

Παράλληλα, ο αρθρογράφος της Yeni Safak Αμπντουλκαντίρ Σελβί, υποστηρίζει πως κατά το ταξίδι του στη Ρωσία, ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν του εκμυστηρεύτηκε κάτι ανάλογο: «Εάν μέχρι το Μάρτιο του 2016 ιδρυθεί η "συνεταιρική κυβέρνηση" τότε καλώς», αλλιώς η Τουρκία είναι αποφασισμένη να κλείσει αυτό το θέμα. Όπως φέρεται να είπε, οι ελληνοκύπριοι σκέφτονται ότι έχουν ένα δικό τους κράτος και προβληματίζονται εάν θα το μοιραστούν με τους Τούρκους. Από την άλλη, όπως ανέφερε, «οι Τούρκοι είναι υπέρ της λειτουργίας του δικαιώματος των εγγυήσεων και ανησυχούν μήπως με τον χρόνο οι ελληνοκύπριοι τους υποβαθμίσουν σε μειονότητα».

«Εάν αυτά τα εμπόδια δεν μπορούν να ξεπεραστούν και εάν δεν μπορεί να δημιουργηθεί το συνεταιρικό κράτος, η Τουρκία είναι υπέρ της έναρξης ειρηνευτικών διαπραγματεύσεων μεταξύ της «Τουρκικής Δημοκρατίας Βόρειας Κύπρου» και της ελληνοκυπριακής διοίκησης. Δεν υπάρχει νόημα στην παράταση αυτής της υπόθεσης» φέρεται να είπε ο Ερντογάν στον Τούρκο δημοσιογράφο.

Πάντως, σε συνέντευξη που δημοσιεύτηκε την περασμένη Κυριακή ο πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας, Νίκος Αναστασιάδης, εξέφρασε την εκτίμηση ότι δεν είναι εφικτή η διενέργεια δημοψηφίσματος για το Κυπριακό τον Μάρτιο, εκτός, όπως είπε, «εάν αλλάξουν άρδην τα δεδομένα». Τόνισε ότι υπάρχουν διαφορές στα ακανθώδη θέματα και ότι δεν είναι ο χρόνος που μετρά, αλλά η ουσία. - ΠΗΓΗ

Κάντε Like στη σελίδα μας στο facebook και ακολουθείστε μας στο Twitter

Write on Σάββατο, 13 Δεκεμβρίου 2014 Κατηγορία ΕΠΙ ΣΚΟΠΟΝ
Γράφει ο Σάββας Καλεντερίδης

Η απόφαση της τουρκικής κυβέρνησης να επαναφέρει τα οθωμανικά ως μάθημα στην υποχρεωτική εκπαίδευση (λύκειο) άνοιξε έναν εξαιρετικά ενδιαφέροντα κύκλο συζητήσεων στην τουρκική κοινωνία αλλά και στους κύκλους της διανόησης. Από την πλευρά τους οι κεμαλιστές και οι εκσυγχρονιστές αντιδρούν, θεωρώντας ότι η κυβέρνηση ξεθεμελιώνει το κοσμικό οικοδόμημα του Μουσταφά Κεμάλ και η Τουρκία επιστρέφει στον σκοταδισμό, ενώ οι υποστηρικτές του διδύμου Ερντογάν - Νταβούτογλου θεωρούν ότι με την ενέργεια αυτή επανασυνδέεται το τουρκικό έθνος από το «λαμπρό αυτοκρατορικό οθωμανικό παρελθόν του», από το οποίο είχε αποκοπεί βίαια εξαιτίας των επιλογών του κεμαλικού καθεστώτος.

Για την ιστορία να αναφέρουμε ότι οι Τούρκοι, στερούμενοι αλφαβήτου, καθότι ήταν ένας αγράμματος λαός, όταν εισέβαλαν στην Ανατολή (1071) και έως την κατάρρευση των σελτζουκικών εμιράτων (14ος αι.) είχαν ως επίσημη γλώσσα την περσική και στη συνέχεια την αραβική. Η κατάσταση αυτή είχε ως αποτέλεσμα τη δημιουργία της λεγόμενης οθωμανικής γλώσσας (Osmanl?ca), η οποία αποτελούσε ένα μείγμα περσικών, αραβικών, τουρκικών, ελληνικών, αρμενικών και κουρδικών λέξεων, ενώ για τη γραφή της χρησιμοποιούνταν το αραβικό αλφάβητο.
Ο Μουσταφά Κεμάλ, με σχετικό νόμο που ψηφίστηκε το 1928, επέβαλε τη χρήση της λατινικής γραφής, κλείνοντας με τον τρόπο αυτόν και πρακτικά την οθωμανική περίοδο στο χρονοντούλαπο της Ιστορίας και αρχίζοντας μια νέα περίοδο εκδυτικισμού του νεόκοπου τουρκικού κράτους.

Είχε προηγηθεί η κατάργηση του χαλιφάτου με νόμο της 3ης Μαρτίου 1924 και η καθιέρωση ενός κανονισμού ένδυσης με νόμο της 25ης Νοεμβρίου 1925, σύμφωνα με τον οποίο απαγορεύονταν τα φέσια, τα σαρίκια, τα σαλβάρια και άλλα οθωμανικά ενδυματολογικά κατάλοιπα και καθιερώνονταν το ημίψηλο καπέλο και το κοστούμι ως βασικό ένδυμα των δημοσίων υπαλλήλων και των πολιτών.

Εκτός από τα παραπάνω, στην Τουρκία γράφτηκαν καινούργια βιβλία Ιστορίας, τα οποία δεν αφιέρωναν σχεδόν καμία σελίδα στην οθωμανική περίοδο. Με άλλα λόγια, η Ιστορία της Τουρκίας του Μουσταφά Κεμάλ άρχιζε με την εμφάνιση των Νεοτούρκων και τις επικές μάχες των Δαρδανελίων και κορυφωνόταν με τον λεγόμενο «εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα», κυρίως δε με τις μάχες που δόθηκαν εναντίον των Ελλήνων, από το 1919 έως το 1922.

Οσον αφορά τα άλλα βιβλία και μαθήματα όλων των βαθμίδων της εκπαίδευσης, τα πάντα άρχιζαν και τελείωναν στον Μουσταφά Κεμάλ και στο κίνημά του, ενώ και οι ίδιες οι επιστήμες προσαρμόζονταν και περιελάμβαναν και τον «μεγάλο ηγέτη», ο οποίος σταδιακά άρχισε να λατρεύεται και εν ζωή και μετά τον θάνατό του περίπου ως μια ιδιότυπη θεότητα.

Οσον αφορά την εθνική ιδεολογία, αυτή είχε ως βάση τον εθνικισμό του Ζιγιά Γκιόκαλπ, διανθισμένη με κείμενα ομιλιών αλλά και διάφορα «ρητά» που υποτίθεται ότι ανήκαν στον Μουσταφά Κεμάλ.
Ολη αυτή η ιδεολογία αλλά και το κεμαλικό καθεστώς, το οποίο όρισε την πορεία της Τουρκίας από το 1923 έως και τα τέλη του 20ού αιώνα, υποστηρίχτηκε κατά βάση από τους λεγόμενους «λευκούς Τούρκους», δηλαδή αστούς και επιχειρηματίες που δεν είχαν τουρκική καταγωγή, οι οποίοι στην ουσία λυμαίνονταν τους εθνικούς πόρους της Τουρκίας.

Με αφορμή την επαναφορά των οθωμανικών ως υποχρεωτικού μαθήματος στο λύκειο, όπως αναφέραμε στην αρχή του άρθρου μας, έχουν αρχίσει πολύ ενδιαφέρουσες συζητήσεις στην τουρκική πολιτική σκηνή και τη διανόηση.
Μία από τις πιο ενδιαφέρουσες απόψεις είναι αυτή που θεωρεί ότι η κεμαλική περίοδος και η βίαιη αποκοπή του τουρκικού έθνους από το ένδοξο οθωμανικό παρελθόν ήταν στην ουσία μια πολιτική και γεωπολιτική προβοκάτσια των λευκών Τούρκων και σιωνιστικών κύκλων, που είχε ως στόχο την εκμετάλλευση των εθνικών πόρων της Τουρκίας αλλά και την περιθωριοποίηση του τουρκομουσουλμανικού έθνους!

Ανεξαρτήτως αν το ομολογούν δημοσίως, η παραπάνω άποψη αποτελεί τον κεντρικό πυρήνα της ιδεολογίας του διδύμου Ερντογάν - Νταβούτογλου, γεγονός που εξηγεί όχι μόνο την επαναφορά της διδασκαλίας των οθωμανικών, αλλά και τις κινήσεις της τουρκικής κυβέρνησης στη διεθνή σκακιέρα, στα Βαλκάνια, στη Μέση Ανατολή και την ανατολική Μεσόγειο. Θα υποστηρίζαμε μάλιστα ότι, αν αναζητήσει κανείς ιδεολογικά και ψυχολογικά αίτια στη στάση που τηρεί η τουρκική κυβέρνηση απέναντι στο Ισραήλ τα τελευταία χρόνια, θα μπορούσε να διακρίνει, από τη μια, το μίσος για την προαναφερθείσα «προβοκάτσια» και, από την άλλη, τις νεοοθωμανικές επιδιώξεις, στις οποίες το Ισραήλ έχει μία και μόνο θέση, αυτή του προτεκτοράτου της νέας μεγάλης Οθωμανίας.
Οσον αφορά την Ελλάδα και τη θέση της στο νεοοθωμανικό σχέδιο, αυτό θα το δούμε στο άρθρο μας της Κυριακής. - ΠΗΓΗ

Κάντε Like στη σελίδα μας στο facebook και ακολουθείστε μας στο Twitter

Write on Σάββατο, 16 Αυγούστου 2014 Κατηγορία ΕΠΙ ΣΚΟΠΟΝ
Του Δρα Άριστου Αριστοτέλους*

Η πανηγυρική εκλογή του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν στην προεδρία της Τουρκικής Δημοκρατίας σημαίνει ότι η Κύπρος και ασφαλώς ο υπόλοιπος κόσμος θα συνεχίσουν να τον έχουν απέναντι τους και την επόμενη πενταετία και πιθανότατα δεκαετία. Το θέμα βέβαια είναι πώς θα λειτουργήσει από τη νέα του θέση ο Τούρκος πρόεδρος, τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό, ενόψει αυξημένων εξουσιών.

Είναι σαφές ότι ο Ερντογάν για να διατηρήσει για τον εαυτό του τον καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση των εξελίξεων, θα φροντίσει να προωθήσει ή αξιοποιήσει σχετικές συνταγματικές ρυθμίσεις και να μεταφέρει σημαντικές εξουσίες από το Κοινοβούλιο και τον Πρωθυπουργό στον Πρόεδρο της χώρας. Για να επιτύχει τους σκοπούς του θα φροντίσει ώστε ο διάδοχός του στην πρωθυπουργία να είναι της απόλυτης εμπιστοσύνης του και ότι ο ίδιος θα έχει έλεγχο στις κυβερνητικές αποφάσεις.

Παρά την διακήρυξη του ότι θα είναι πρόεδρος όλο των Τούρκων και την έκκληση για παραμερισμό των διαφορών μεταξύ αντιπάλων στρατοπέδων, ωστόσο τα γεγονότα των τελευταίων ετών και η πολιτική ζωή στην Τουρκία, που βασικά είναι πολωμένη μεταξύ κεμαλικών και συντηρητικών ( ισλαμιστών), κάθε άλλο παρά δείχνει ότι θα υπάρξει συναίνεση και συμβιβασμός. Τυχόν υλοποίηση δηλώσεων συνεργατών του, όπως για παράδειγμα ότι θα πρέπει να απαγορεύεται στις γυναίκες να γελάνε δημόσια, θα προκαλέσουν νέες συγκρούσεις στο εσωτερικό. Ακόμη και ανάμεσα στο συντηρητικό στρατόπεδο υπάρχουν σοβαρές εστίες σύγκρουσης. Ο Ερντογάν έχει επανειλημμένα διακηρύξει ότι θα ξεριζώσει το «παράλληλο κράτος» των ισλαμιστών οπαδών του κινήματος Γκιουλέν, που απετέλεσαν την κυριότερη πηγή αποκαλύψεων περί διαφθοράς του ιδίου και της κυβέρνησης του.

Ωστόσο, τα οικονομικά σκάνδαλα και η διαφθορά που βγήκαν στην επιφάνεια, η βίαιη καταστολή διαδηλώσεων, η φίμωση των ΜΜΕ, ο περιορισμός των ατομικών ελευθεριών και άλλα, δεν επηρέασαν το εκλογικό αποτέλεσμα για τον Ερντογάν. Αντίθετα ίσως να το ερμηνεύσει ως επικρότηση αυτής της συμπεριφοράς, γεγονός που θα τον οδηγήσει σε παρόμοιου είδους ή χειρότερες πρακτικές σε αντιδράσεις που θα προκύψουν στην πολιτική του.

Βέβαια, την ίδια ώρα, με την ανάληψη υπερεξουσιών και το προσωποπαγές καθεστώς που δημιουργεί, ο Ερντογάν καθίσταται ο ίδιος παράγοντας γεωπολιτικών επιδράσεων στη γύρω περιοχή. Ο ρόλος του καθίσταται ιδιαίτερα σημαντικός σε μια περίοδο όπου η Τουρκία περιτριγυρίζεται από σοβαρές προκλήσεις και απειλές στις οποίες πρέπει να απαντήσει. Το ουκρανικό για παράδειγμα, μπορεί να επηρεάσει άμεσα την ασφάλεια της Τουρκίας αλλά και τα οικονομικά συμφέροντα της με τη Μόσχα. Η κρίση στο Ιράκ την βρίσκει επίσης μπλεγμένη, τόσο με τις κουρδικές περιφερειακές αρχές στον τομέα της ενέργειας, αλλά και αντιμέτωπη με τη δυσαρέσκεια της κεντρικής κυβέρνησης στη Βαγδάτη, ενώ ιδιαίτερα ανησυχητική είναι η δράση του Ισλαμικού Κράτους του Ιράκ.

Σοβαρή εστία κινδύνων παραμένει για την Τουρκία η κατάσταση στη Συρία, ενώ το θέμα των διαταραγμένων σχέσεων με το Ισραήλ βρίσκεται σε συνεχή εκκρεμότητα. Αμερικανοί και Ισραηλινοί καταβάλλουν τεράστιες προσπάθειες για την αναβίωση της συμμαχίας Άγκυρας – Τελ Αβίβ, όπου ενδεχόμενα να υπάρξει πρόοδος. Στην προσπάθεια αυτή αξιοποιούνται και τα κοιτάσματα φυσικού αερίου του Ισραήλ, ελπίζοντας ότι θα εμπλέξουν και την Κύπρο, την ύπαρξη της οποίας όμως ο Ερντογάν επιμένει και θα συνεχίσει να παραγνωρίζει. Επίσης με αδιέξοδη την πολιτική του όσον αφορά την Ευρωπαϊκή Ένωση και η αδυναμία των ΗΠΑ να ασκήσουν πραγματική πίεση στον Ερντογάν, που τον χρειάζονται ως σύμμαχο στην περιοχή, είναι δύσκολο να δει κανείς οποιαδήποτε θετική στροφή του στο Κυπριακό και κατ' επέκταση στη στάση του κ. Έρογλου στην τράπεζα των διαπραγματεύσεων.

*Τέως Βουλευτής, ειδικός σε θέματα άμυνας και στρατηγικής

ΚΥΠΡΙΑΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΩΝ ΜΕΛΕΤΩΝ http://strategy-cy.com 

Κάντε Like στη σελίδα μας στο facebook και ακολουθείστε μας στο Twitter

Write on Τετάρτη, 02 Απριλίου 2014 Κατηγορία ΕΠΙ ΣΚΟΠΟΝ
Του Δρ. Άριστου Αριστοτέλους*

Ο πρωθυπουργός Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν , η κατάσταση της οικονομίας, το αυταρχικό ύφος και ειδικότερα η εκδικητική συμπεριφορά που προτίθεται να επιδείξει έναντι των αντιπάλων του, όπως ο ίδιος διακηρύττει, προοιωνίζουν συνέχιση της εσωτερικής σύγκρουσης στη χώρα, ενόψει άλλων δύο κρίσιμων εκλογικών αναμετρήσεων που αναμένεται να διέλθει.

Αγνοώντας τις κατηγορίες περί αθέμιτων εκλογικών πρακτικών, η επιτυχία του Ερντογάν στις εκλογές είναι σαφής. Οι υποψήφιοι του κόμματος του, του Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (ΑΚΡ), πήραν το 45,5 τοις εκατό των ψήφων – σε σύγκριση με 39 τοις εκατό που έλαβαν το 2009. Είναι όμως αρκετά πίσω από τα αποτελέσματά των βουλευτικών εκλογών του 2011, όταν έλαβε σχεδόν το 50 τοις εκατό των ψήφων. Το κεμαλικό Ρεπουμπλικανικό Λαϊκό Κόμμα (CHP), από την άλλη, έλαβε μόνο το 27.8 τοις εκατό των ψήφων. Το δεξιό Κόμμα του Εθνικιστικού Κινήματος κέρδισε το 15.2 τοις εκατό, και το κουρδικό Κόμμα Ειρήνης και Δημοκρατίας σημείωσε αύξηση στην υποστήριξή του στην ανατολική και τη νοτιοανατολική Ανατολία, λαμβάνοντας το 6.4 τοις εκατό των ψήφων.

Μετά την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων των εκλογών, υπήρξε πολύ συζήτηση ως προς το πώς το ΑΚΡ κέρδισε τις εκλογές παρά τις τόσες πολλές σοβαρές κατηγορίες σε βάρος του. Στις κατηγορίες αυτές περιλαμβάνονταν οι συγκρούσεις για το πάρκο Γκεζί, τα σκάνδαλα διαφθοράς, ο συνωμοτικός ρόλος της κυβέρνησης στο συριακό εμφύλιο πόλεμο, οι καταγγελίες για απάτη από το κίνημα Γκιουλέν, και η αύξηση του απολυταρχισμού του Ερντογάν. Ορισμένοι σχολιαστές απέδωσαν το εκλογικό αποτέλεσμα σε αθέμιτες πρακτικές, στους περιορισμούς και τον εκφοβισμό του Τύπου από το καθεστώς και στην παρεμπόδιση της πρόσβασης των αντιπολιτευομένων κομμάτων στα μέσα μαζικής ενημέρωσης.

Οι ανωτέρω παράγοντας βέβαια έπαιξαν κάποιο ρόλο στις εκλογές, αλλά δεν μπορούν να εξηγήσουν από μόνα τους το αποτέλεσμα. Πολύ πιο σημαντική εξήγηση αποτελεί ίσως το γεγονός ότι το ΑΚΡ έχει μια ιστορία οικονομικών επιτυχιών, καθώς και το ό, τι από τη χώρα απουσιάζει μια αξιόπιστη αντιπολίτευση. Έτσι , παρά την διαφθορά που αναμφισβήτητα υπάρχει στο κυβερνών κόμμα, πολλοί ψηφοφόροι συνδέουν την εντεκάχρονη διακυβέρνηση του ΑΚΡ με την ραγδαία οικονομική ανάκαμψη που έχει πραγματοποιηθεί κατά τη διάρκεια της θητείας του Ερντογάν και τις μεγάλες και επωφελείς επενδύσεις στον κοινωνικό τομέα, την υγείας και σε έργα υποδομής.

Ωστόσο, τα αποτελέσματα αυτά δεν βασίζονται σε στέρεο έδαφος. Η οικονομική ευημερία και η οικονομική άνθηση είναι αποτέλεσμα του μεγάλου επενδυτικού ενδιαφέροντος από το εξωτερικό, το οποίο όμως άρχισε να αποσύρεται ή επιβραδύνεται ενόψει της κρίσης που διέρχεται η περιοχή. Η οικονομική ανάπτυξη σημειώνει πτώση και τα επίσημα στατιστικά στοιχεία δείχνουν το ποσοστό της ανεργίας σε περίπου 10 τοις εκατό, αν και ο πραγματικός αριθμός μπορεί να είναι πολύ υψηλότερος. Ο τομέας των μισθών για τους περισσότερους εργαζόμενους είναι καθηλωμένος σε χαμηλά επίπεδα. Η τυχόν επιδείνωση της οικονομικής κατάστασης θα οδηγήσει σε περαιτέρω συγκρούσεις.

Ο πρωθυπουργός θεώρησε τις εκλογές ως δημοψήφισμα ή ως ψήφο εμπιστοσύνης για την κυβέρνησή του. Όμως η εκλογική του νίκη δεν φαίνεται ότι θα εκτονώσει και την τεταμένη πολιτική κατάσταση στη χώρα. Μάλλον το αντίθετο. Ενισχυμένος από τα αποτελέσματα των εκλογών, ο Ερντογάν μάλλον φαίνεται διατεθειμένος να εφαρμόσει πιο αυταρχικές μεθόδους εναντίον των πολιτικών αντιπάλων του, κλιμακώνοντας την πολεμική του κατά των εχθρών του, καθώς και την προκλητικότητα του απέναντι στη Συρία. Έχει ήδη προειδοποιήσει τους πολιτικούς του αντιπάλους, ότι « θα το πληρώσουν", ότι θα τους ξεριζώσει και ότι υπάρχουν άνθρωποι που «από αύριο θα φύγουν." Επίσης υπογράμμισε ότι θα διεισδύσει στις τάξεις των εχθρών του και ότι « θα πρέπει να δώσουν εξηγήσεις.»

Οι απειλές στρέφονταν κυρίως κατά των υποστηρικτών του πρώην συμμάχου του, Φετουλάχ Γκιουλέν, τους οποίους ο Ερντογάν κατηγόρησε ότι έχουν διεισδύσει στην αστυνομία, το δικαστικό σώμα και το κατεστημένο της ασφάλειας. Τους κατηγορεί ότι ευθύνονται για τις έρευνες που ξεκίνησα για διαφθορά κυβερνητικών αξιωματούχων και ότι δημοσίευσαν επεξεργασμένες τηλεφωνικές συνδιαλέξεις στις διαδικτυακές πλατφόρμες. Επίσης, μιλώντας ενώπιον υποστηρικτών του, την Κυριακή το βράδυ, ο πρωθυπουργός προειδοποίησε τη Συρία με πόλεμο και απείλησε τους πολιτικούς του αντιπάλους με εκδίκηση.

Εν κατακλείδι, μετά την τελευταία επιτυχία στις τοπικές εκλογές, ο Ερντογάν έχει απέναντι του δύο ακόμη πολύ κρίσιμες προεκλογικές μάχες - μία για την προεδρία και άλλη για το Κοινοβούλιο - στις οποίες έχει ζωτικό προσωπικό και κομματικό διακύβευμα και ασφαλώς θα σχεδιάσει τα επόμενα βήματα του. Όμως, από τη μια, η πιθανότητα περαιτέρω χειροτέρευσης της οικονομίας και, από την άλλη, η πιο αυταρχική συμπεριφορά που ο πρωθυπουργός προτίθεται να ακολουθήσει, όπως και η αποφασιστικότητα του να εκδικηθεί τους αντιπάλους του, φαίνεται να επιφυλάσσουν νέα εσωτερικά προβλήματα και έντονες εκλογικές αντιπαραθέσεις. - http://strategy-cy.com

*Τέως Βουλευτής,
Ειδικός σε Θέματα Άμυνας και Στρατηγικής

Κάντε Like στη σελίδα μας στο facebook και ακολουθείστε μας στο Twitter

Write on Τετάρτη, 15 Ιανουαρίου 2014 Κατηγορία ΕΙΔΗΣΕΙΣ

Η Ελλάδα, δυστυχώς (και) για το σοβαρότατο θέμα της «διαχειρίσεως» της μουσουλμανικής μειονότητας στη Θράκη δεν έχει διαχρονική, σταθερή και σαφή στρατηγική και θέσεις. Από της εφαρμογής της συνθήκης της Λωζάνης μέχρι σήμερα, για διαφόρους και διαφορετικούς κατά περίπτωση λόγους (η οποιαδήποτε ελληνο-τουρκική φιλία, μικροκομματικοί και μικροπολιτικοί λόγοι, αφέλεια, φοβίες κλπ) έχει κατορθώσει να θεωρήσει, για μια μεγάλη χρονική περίοδο, η ίδια η Ελλάδα τη μειονότητα ως «τουρκική» και να «τουρκοποιήσει» την παιδεία. Να περιθωριοποιήσει και απομονώσει τα μη τουρκικά τμήματα της μειονότητας, Πομάκους και Ρομά με συνέπεια αυτοί να ωθούνται προς τις αγκάλες της Τουρκίας, αποτελώντας εύκολη λεία για την τουρκική προπαγάνδα και τα όργανά της.

Κατάφερε επίσης η Ελλάδα να απομονώσει το σύνολο της μειονότητας από την χριστιανική κοινότητα της Θράκης (γκετοποίηση). Με το να επιτρέψει την ίδρυση του τουρκικού Προξενείου στην Κομοτηνή, κατέστησε τούτο κέντρο συντονισμού και άντρο όλων των δραστηριοτήτων της επίσημης πλέον Τουρκίας, για την προώθηση των σκοπών και συμφερόντων της στην περιοχή.

Τα τελευταία χρόνια, είναι γεγονός, ότι από τη χώρα μας καταβάλλονται, στα πλαίσια ελπίζουμε μιας ολοκληρωμένης στρατηγικής, πιο συντονισμένες προσπάθειες προς τη σωστή κατεύθυνση, διορθώσεως των λαθών του παρελθόντος με ενέργειες όπως: Κατάργηση και απαγόρευση χρήσης και χρησιμοποίησης του όρου «τουρκικός» από τα διάφορα σωματεία και οργανώσεις. Σημαντικές παρεμβάσεις στα θέματα παιδείας όπως διορισμός Ελλήνων ιεροδιδασκάλων, φοίτηση μειονοτικών φοιτητών στα ελληνικά ΑΕΙ και ΤΕΙ κα. Θέλουμενα πιστεύουμε ότι η στροφή αυτή της πολιτικής της χώρας μας θα συνεχισθεί και δεν θα εκτραπεί από τις συνήθεις πρακτικές που ελλοχεύουν στην ελληνική πολιτική και κρατική πραγματικότητα, όπως οι κίνδυνοι παρεισφρήσεως κομματικών και μικροπολιτικών συμφερόντων. Δεν πρέπει να μας διαφεύγει και το πρόσφατο παράδειγμα της παρ΄ολίγον καταψηφίσεως του σωστού μέτρου των ιεροδιδασκάλων, για μικροπολιτικούς λόγους.

Από την πλευρά της η Τουρκία εφαρμόζει μια σταθερή πολιτική, στρατηγική και τακτική με σκοπό:
(1) Την αυτονόμηση της μειονότητας (2) Την «απορρόφηση» όλων των ετεροκλήτων στοιχείων της μειονότητας (Πομάκοι, τσιγγάνοι), χρησιμοποιώντας προς τούτο κάθε πρόσφορο μέσο, απειλές, εκβιασμούς, χρηματοδοτήσεις, εύνοιες κ.λ.π. (3) Την οικονομική κυριαρχία της μειονότητας επί του τοπικών οικονομικών δραστηριοτήτων, όπως εμπορίου, βιοτεχνιών κ.α. με εξουδετέρωση και απομείωση του μεριδίου που βρίσκεται στα χέρια των χριστιανών, αλλά και με έντονη προσπάθεια αποκτήσεως γης. (4) Την διατήρηση της «γκετοποίησης» της μειονότητας με απαγόρευση εντάξεώς της στην τοπική κοινωνία και την αστικοποίησή της. (5) Τη συλλογή πληροφοριών υπέρ της Τουρκίας. (6) Τη στρατολόγηση προσωπικού για να χρησιμοποιηθεί σε υπάρχουσα παράνομη οργάνωση ή ενδεχόμενη δη-
μιουργία τέτοιου παρανόμου μηχανισμού.

Ως μέσα για την υλοποίηση των ως άνω στόχων της η Τουρκία εφαρμόζει εγκεκριμένα γνωστά σχέδια, τα οποία προβλέπουν:

(1) Tη δημιουργία εκτεταμένων δικτύων νομίμων, νομιμοφανών και παρανόμων οργανώσεων στο εσωτερικό. Υπόψη ότι στις μειονότητες δεν εφαρμόζεται το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης (Η αρχή της εδαφικής ακεραιότητας των κρατών υπερισχύει σαφώς και το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης βρίσκει κατοχύρωση στη γενικότερη προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων του συνόλου του πληθυσμού της χώρας. Στα πλαίσια της ΔΑΣΕ, έχει ερμηνευτεί ότι καλύπτεται το απαραβίαστο των εσωτερικών και των εξωτερικών συνόρων των κρατών. Άρα δεν είναι νόμιμη η απόσχιση της Κράινα στην Κροατία, που κατοικείται από σερβική μειονότητα. Το ίδιο ισχύει για το Κόσσοβο και την Βοϊβοντίνα της Σερβίας, όπου πλειοψηφεί η αλβανική και η ουγγρική μειονότητα αντίστοιχα).

(2) Τη λειτουργία ενός ευρέως, επίσης, δικτύου ΜΜΕ (εφημερίδες, περιοδικά, ραδιοφωνικοί και τηλεοπτικοί σταθμοί), αλλά και του διαδικτύου.

(3) Την έντονη και με συνεχώς αυξανόμενο ρυθμό οικονομική διείσδυση στην περιοχή της Θράκης και όχι μόνο, με κύριο όργανο την τουρκική τράπεζα "Ζιραάτ''.

Τέλος, κρίνεται σκόπιμο να επισημανθεί ότι όλα τα παραπάνω εντάσσονται στο όραμα όλων των τουρκικών κυβερνήσεων, με ιδιαίτερη έμφαση από την κυβέρνηση του Ταγίπ Ερντογάν, για ανασύσταση του Misak-ı Milli, και συγκεκριμένα τη δημιουργία μιας συμμαχίας-συνομοσπονδίας, η οποία εντός των γεωγραφικών συνόρων της θα περιλαμβάνει: πρωτίστως, το ιρακινό Κουρδιστάν και εδάφη της βόρειας Συρίας. Και στη συνέχεια, την Κύπρο, τα νησιά του Αιγαίου και τη Θράκη μέχρι και τη Θεσσαλονίκη.

* ΠΗΓΗ: Μελέτη της Επιτροπής Μελετών - Ερευνών ΣΕΕΘΑ

Κάντε Like στη σελίδα μας στο facebook και ακολουθείστε μας στο Twitter