Γράφει ο Ιωάννης Σιδηρόπουλος, Νομικός Σύμβουλος, Senior Fellow Strategy International Think Tank, LL.M, MA, Υποψήφιος Διδάκτωρ στη Διακυβέρνηση και Εθνική Κυριαρχία της Τεχνητής Νοημοσύνης
Τα ευρωπαϊκά προγράμματα μαχητικών αεροσκαφών νέας γενιάς δεν αποτελούν απλώς τεχνολογικά εγχειρήματα· συνιστούν πρωτίστως δοκιμασίες πολιτικής συνοχής. Είτε πρόκειται για το Future Combat Air System (FCAS), υπό τη Γαλλία, τη Γερμανία και την Ισπανία, είτε για το Global Combat Air Programme (GCAP) με κύριους εταίρους το Ηνωμένο Βασίλειο και την Ιταλία, το κρίσιμο ζήτημα δεν περιορίζεται πλέον στον σχεδιασμό της πλατφόρμας.
Το πραγματικό διακύβευμα αφορά τη διακυβέρνηση: ποιος ελέγχει το λογισμικό, τα δεδομένα, τα συστήματα τεχνητής νοημοσύνης, τις αλυσίδες εφοδιασμού και τα πρότυπα που καθιστούν ένα αεροσκάφος επιχειρησιακά βιώσιμο. Πρόκειται, άλλωστε, για το ίδιο ζήτημα που συνέβαλε ήδη στον κατακερματισμό των ευρωπαϊκών βιομηχανικών δυνάμεων στον τομέα αυτό, οδηγώντας στα δύο παράλληλα προγράμματα.
Εδώ και δεκαετίες, οι ευρωπαϊκές αμυντικές κοινοπραξίες προσκρούουν στο ίδιο δομικό αδιέξοδο. Τα κράτη επιδιώκουν στρατηγική αυτονομία, αλλά διστάζουν να εκχωρήσουν ουσιαστικό βιομηχανικό έλεγχο. Το αποτέλεσμα είναι γνώριμο: αλληλοεπικαλύψεις, καθυστερήσεις, συγκρούσεις για την πνευματική ιδιοκτησία και διαρκείς ανταγωνισμοί μεταξύ εθνικών «πρωταθλητών» – χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτελούν τα Eurofighter και A400M. Έτσι, το μελλοντικό ευρωπαϊκό μαχητικό κινδυνεύει να εξελιχθεί λιγότερο σε αεροσκάφος αεροπορικής υπεροχής και περισσότερο σε μια ιπτάμενη θεσμική κρίση.
Παραδόξως, ένα από τα εργαλεία που θα μπορούσαν να αμβλύνουν αυτή την κατακερματισμένη πραγματικότητα δεν είναι κάποια νέα αμυντική συνθήκη, αλλά, κυρίως, η Πράξη για την Τεχνητή Νοημοσύνη (AI Act) της ΕΕ και οποιαδήποτε από τις προτεινόμενες εκδοχές τροποποίησής της που, κατά τα φαινόμενα θα λάβει χώρα σύντομα.
Εκ πρώτης όψεως, αυτό ακούγεται αντιφατικό. Το AI Act εξαιρεί ρητώς από το πεδίο εφαρμογής του τα συστήματα τεχνητής νοημοσύνης που αναπτύσσονται ή χρησιμοποιούνται αποκλειστικά για στρατιωτικούς, αμυντικούς ή σκοπούς εθνικής ασφάλειας, σύμφωνα με το άρθρο 2(3). Πολλοί στον αμυντικό χώρο θεωρούν, συνεπώς, ότι ο κανονισμός είναι άνευ ουσιαστικής σημασίας για τη στρατιωτική αεροπορία. Η ανάγνωση αυτή, ωστόσο, είναι υπερβολικά στενή.
Το κρίσιμο στοιχείο είναι ότι το μελλοντικό ευρωπαϊκό μαχητικό δεν θα λειτουργεί αποκομμένο από τις πολιτικές και βιομηχανικές υποδομές της ηπείρου. Θα εξαρτάται από οικοσυστήματα τεχνητής νοημοσύνης διττής χρήσης: υπολογιστικά νέφη, δορυφορική διασύνδεση, συστήματα προγνωστικής συντήρησης, πλαίσια κυβερνοασφάλειας, λογισμικά logistics, αλυσίδες εφοδιασμού ημιαγωγών και ενεργοβόρες υποδομές υπολογιστικής ισχύος. Το AI Act, μαζί με το ευρύτερο ευρωπαϊκό ψηφιακό κεκτημένο, ρυθμίζουν ολοένα και περισσότερο αυτό το περιβάλλον.
Και ακριβώς εδώ εντοπίζεται η βαθύτερη σημασία του πλαισίου αυτού. Ένα από τα διαχρονικά προβλήματα της ευρωπαϊκής αμυντικής συνεργασίας υπήρξε η δυσπιστία μεταξύ κρατών και βιομηχανικών εταίρων. Οι κυβερνήσεις φοβούνται την τεχνολογική εξάρτηση από συμμάχους. Οι εταιρείες ανησυχούν για απώλεια ελέγχου επί ιδιόκτητων τεχνολογιών. Τα κράτη υποπτεύονται ότι κρίσιμα στρώματα λογισμικού μπορεί να καταλήξουν υπό de facto εθνικό έλεγχο, ακόμη και εντός θεωρητικά κοινών προγραμμάτων.
Το AI Act θα μπορούσε να περιορίσει μέρος αυτής της δυσπιστίας, δημιουργώντας κοινές ρυθμιστικές βάσεις για αξιόπιστη τεχνητή νοημοσύνη, κυβερνοασφάλεια, διαχείριση κινδύνου και τεχνική τεκμηρίωση σε ολόκληρη την ευρωπαϊκή αγορά.
Στην πράξη, αυτό θα μπορούσε να επιφέρει τρεις καθοριστικές μεταβολές.
Πρώτον, ενδέχεται να τυποποιήσει το περιβάλλον διακυβέρνησης της τεχνητής νοημοσύνης γύρω από τη μελλοντική αεροπορική ισχύ της Ευρώπης. Ακόμη και αν η χρήση συστημάτων ΤΝ για στρατιωτικούς, αμυντικούς ή σκοπούς εθνικής ασφάλειας εξαιρείται από το AI Act, πολλά συστήματα διττής χρήσης ή παράλληλης πολιτικής αξιοποίησης ενδέχεται να εξακολουθούν να εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του Κανονισμού. Εφαρμογές συντήρησης με χρήση ΤΝ, βιομηχανικά εργαλεία δοκιμών, εκπαιδευτικά συστήματα και υποδομές κρίσιμης σημασίας ενδέχεται να συνεχίσουν να υπάγονται στα ευρωπαϊκά ρυθμιστικά πλαίσια. Έτσι, δημιουργείται ένα κοινό «λεξιλόγιο συμμόρφωσης» μεταξύ κρατών και βιομηχανιών.
Η Ευρώπη διαχρονικά δυσκολεύτηκε να οικοδομήσει διαλειτουργικότητα όχι μόνο μεταξύ οπλικών συστημάτων, αλλά και μεταξύ διαφορετικών διοικητικών και βιομηχανικών αντιλήψεων. Κοινά πρότυπα διακυβέρνησης της ΤΝ θα μπορούσαν, επομένως, να λειτουργήσουν ως ένας αθέατος αλλά ουσιώδης θεσμικός συνδετικός ιστός.
Δεύτερον, το AI Act ενισχύει το αναδυόμενο ευρωπαϊκό μοντέλο «ασφάλειας μέσω υποδομών». Η Ευρωπαϊκή Ένωση μπορεί να μην συγκεντρώνει ευθέως τις αμυντικές αρμοδιότητες, ρυθμίζει όμως ολοένα και περισσότερο το τεχνολογικό και βιομηχανικό περιβάλλον από το οποίο εξαρτάται η άμυνα. Αυτό περιλαμβάνει απαιτήσεις κυβερνοασφάλειας, ανθεκτικότητας, διακυβέρνησης δεδομένων, cloud υποδομών και εποπτείας κρίσιμων αλυσίδων εφοδιασμού.
Το αποτέλεσμα είναι διακριτικό αλλά βαθιά στρατηγικό: η Ένωση μπορεί να μην ρυθμίζει άμεσα τη στρατιωτική χρήση του ίδιου του αεροσκάφους, αλλά ρυθμίζει ολοένα και περισσότερο το τεχνολογικό, βιομηχανικό και υποδομικό οικοσύστημα από το οποίο αυτό εξαρτάται.
Αυτό αποκτά ιδιαίτερη σημασία σε μια εποχή όπου το επιχειρησιακό πλεονέκτημα δεν θα εξαρτάται αποκλειστικά από τις αεροδυναμικές επιδόσεις, αλλά από τη συγχώνευση δεδομένων, τα αυτόνομα υποστηρικτικά συστήματα, την ολοκλήρωση αισθητήρων και την ασφαλή υπολογιστική ισχύ.
Τρίτον, ένα κοινό κανονιστικό πλαίσιο για την τεχνητή νοημοσύνη θα μπορούσε να περιορίσει την πολιτική τοξικότητα που συνοδεύει τον τεχνολογικό επιμερισμό στα πολυεθνικά αμυντικά προγράμματα.
Παραδοσιακά, τα ευρωπαϊκά εξοπλιστικά εγχειρήματα προσέκρουαν στη λογική του «δίκαιου βιομηχανικού ανταλλάγματος»: ποιο κράτος θα αναλάβει ποιο τμήμα της παραγωγής. Τα συστήματα όμως που βασίζονται έντονα στην ΤΝ περιπλέκουν αυτή την εξίσωση. Η υπεροχή στο λογισμικό μπορεί να μεταφραστεί σε στρατηγική κυριαρχία εντός μιας κοινοπραξίας, ακόμη και όταν η παραγωγή κατανέμεται γεωγραφικά.
Ένα κοινό ρυθμιστικό πλαίσιο μπορεί συνεπώς να λειτουργήσει ως μηχανισμός πολιτικής εμπιστοσύνης, διασφαλίζοντας ότι κρίσιμα συστήματα τεχνητής νοημοσύνης λειτουργούν βάσει αμοιβαία αναγνωρισμένων προτύπων και όχι μέσω αδιαφανών εθνικών πρακτικών. Υπό αυτή την έννοια, η ρύθμιση μετατρέπεται σε εργαλείο στρατηγικής συνοχής.
Αυτό ασφαλώς δεν σημαίνει ότι το AI Act θα επιλύσει τα προβλήματα της ευρωπαϊκής αμυντικής βιομηχανίας. Οι μεγάλες αντιθέσεις θα παραμείνουν. Η Γαλλία θα συνεχίσει να επιδιώκει στρατηγική κυριαρχία. Η Γερμανία θα εξακολουθήσει να δίνει έμφαση στη βιομηχανική ισορροπία. Το Ηνωμένο Βασίλειο, μέσω του GCAP, ακολουθεί ένα πιο ευέλικτο και εξωστρεφές μοντέλο. Οι διαφωνίες για εξαγωγικούς ελέγχους, επιχειρησιακή διοίκηση και «κυριαρχία επί του λογισμικού» δεν πρόκειται να εξαφανιστούν.
Η Ευρώπη, ωστόσο, φαίνεται να διαμορφώνει σταδιακά ένα ιδιότυπο μοντέλο αμυντικής ολοκλήρωσης, όχι μέσω άμεσης στρατιωτικής ενοποίησης, αλλά μέσω της διακυβέρνησης υποδομών, προτύπων και τεχνολογικών οικοσυστημάτων.
Υπό αυτή την έννοια, το AI Act αντιπροσωπεύει κάτι πολύ ευρύτερο από έναν απλό κανονισμό για πολιτικές τεχνολογίες. Αντανακλά μια αναδυόμενη ευρωπαϊκή φιλοσοφία στρατηγικής ισχύος: τη ρύθμιση των όρων υπό τους οποίους οι προηγμένες τεχνολογίες αναπτύσσονται, καθίστανται αξιόπιστες και ενσωματώνονται διασυνοριακά.
Το μελλοντικό ευρωπαϊκό μαχητικό ίσως εξαρτηθεί τελικά τόσο από τη νομική διαλειτουργικότητα όσο και από την αεροδυναμική υπεροχή. Και αν το επόμενο ευρωπαϊκό αεροσκάφος επιτύχει εκεί όπου παλαιότερες κοινοπραξίες απέτυχαν, μέρος της εξήγησης ενδέχεται να βρίσκεται όχι μόνο στο πιλοτήριό του, αλλά και στη ρυθμιστική αρχιτεκτονική που οικοδομείται σταδιακά στις Βρυξέλλες.
Κάντε Like στη σελίδα μας στο facebook – ακολουθείστε μας στο X στο linkedin και στο Youtube
