Γράφει ο Δημήτρης Σταθόπουλος. Το άρθρο είναι προδημοσίευση από την επερχόμενη έκδοση “Από το Φάντομ στο Phantom: 50 ΧΡΟΝΙΑ ΣΤΗΝ ΠΑ”
Από το 1967, με τους πρώτους Ιρανούς ιπτάμενους να φτάνουν στις ΗΠΑ για εκπαίδευση στα F-4D στο πλαίσιο του προγράμματος Peace Spectator, έως το Peace Pharaoh το 1979 με την πώληση των μεταχειρισμένων F-4E στην Αιγυπτιακή Πολεμική Αεροπορία (Egyptian Air Force-EAF), εκατοντάδες ξένοι ιπτάμενοι και τεχνικοί εκπαιδεύτηκαν στα Phantom σε αεροπορικές βάσεις της USAF, στο πλαίσιο συμφωνιών FMS. Ανάμεσά τους και πυρήνες Βρετανών στο παρελθόν και Ιαπώνων, ανεξάρτητα των προγραμμάτων βοήθειας.
Οι Αεροπορικές Βάσεις George (GE -το tale code) στην Καλιφόρνια, Sheppard (EN) και Laughlin (XL) στο Τέξας, Seymour Johnson (SJ) στη Βόρεια Καρολίνα και οι Homestead (ZF), McDill (MC) στη Φλόριντα, σήκωσαν το κύριο βάρος της εκπαίδευσης των συμμαχικών πληρωμάτων και τεχνικών.
Χωρίς υπερβολές, εκτός της Γερμανικής Αεροπορίας (Luftwaffe) που ακολούθησε εντελώς διαφορετικό εκπαιδευτικό προσανατολισμό, η Ελληνική Αεροπορία (ΕΑ) έστειλε στις ΗΠΑ την πολυπληθέστερη έως τότε αποστολή ιπτάμενου προσωπικού για εκπαίδευση στα F-4.
Είναι γεγονός ότι η αποστολή αρχικά 36 ιπταμένων (18 πληρώματα για την άμεση επάνδρωση μίας μοίρας) για εκπαίδευση στις ΗΠΑ, αντί πυρήνα εκπαιδευτών όπως συνηθιζόταν από όλες τις άλλες αεροπορίες, αποτελεί παγκόσμια πρωτοτυπία στην εκπαίδευση ξένης δύναμης σε αεροσκάφη στο εξωτερικό από την ΕΑ, και δη στα αεροσκάφη Phantom II.
Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς η εκπαίδευσή τους δεν πραγματοποιήθηκε μέσω κάποιου προγράμματος παροχής βοήθειας, αλλά καλύφθηκε εξολοκλήρου από εθνικά κονδύλια μέσω αποπληρωμής FMS, γεγονός που επιβάρυνε το τελικό κόστος της συμφωνίας αγοράς των αεροσκαφών για τη χώρα. Ισχυρότερες οικονομικά αεροπορίες της εποχής δεν είχαν τολμήσει να προβούν σε παρόμοια κίνηση ως τότε, καταδεικνύοντας το βάρος που απέδωσε η ΕΑ στην άμεση ετοιμότητα των πληρωμάτων για την επάνδρωση των αεροσκαφών.

Για του λόγου το αληθές, αναφέρουμε πως οι αεροπορίες που είχαν εξοπλιστεί με F-4 Phantom II έστελναν, κατά την πάγια τακτική έως τότε για εκπαίδευση στις ΗΠΑ, πυρήνες 6-12 ιπταμένων για βασική εξοικείωση με τον τύπο. Οι τελευταίοι, κατόπιν, περνούσαν από σχολείο εκπαιδευτών ώστε να αναλάβουν την εκπαίδευση νέων χειριστών στην πατρίδα τους. Χαρακτηριστικά, κατά το Peace Echo, η Heyl Ha’Avir (HHA, η Πολεμική Αεροπορία του Ισραήλ ή Israeli Air Force -ΙAF όπως είναι γνωστή) είχε στείλει στη George AFB το 1969, δέκα ιπτάμενους (4 κυβερνήτες, 6 συγκυβερνήτες) που θα προετοιμάζονταν για εκπαιδευτές F-4. Στην ίδια λογική έπραξε και η ΤΗΚ στο Peace Diamond το 1974, αποστέλλοντας εκτός των δέκα εκπαιδευτών, επιπλέον δύο κυβερνήτες σε δεύτερο χρόνο για εκπαίδευση στην MacDill AFB, οι οποίοι θα αναλάμβαναν τη διοίκηση της πρώτης τουρκικής μοίρας Phantom.
Η εμπειρία του Βιετνάμ δίδαξε πολλά στην USAF και την προσγείωσε στην πραγματικότητα με επώδυνο τρόπο. Ο δεκαετής πόλεμος στη Νοτιοανατολική Ασία άλλαξε ριζικά την αντίληψη των Αμερικανών για τον, έως τότε, σύγχρονο αεροπορικό πόλεμο και επηρέασε δραματικά την παρεχόμενη εκπαίδευση των ιπταμένων της Αμερικανικής Αεροπορίας (USAF) και του Αμερικανικύ Ναυτικού (USN).
Από την αρχή της κλιμάκωσης της σύγκρουσης, το δόγμα που υποστήριζε ότι τα αεροσκάφη δεν χρειάζονταν πυροβόλα αλλά μόνο πυραύλους αέρος-αέρος για την αντιμετώπιση των εναέριων απειλών απέτυχε παταγωδώς. Τόσο η USAF όσο και το USN πλήρωσαν βαρύ φόρο αίματος και κατέγραψαν τεράστιες απώλειες σε εναέρια μέσα, γεγονός που οδήγησε σε αλλαγή τακτικών και προσεγγίσεων εν μέσω πολέμου.
Για να αντιμετωπιστεί η έλλειψη πυροβόλου στο μαχητικό αεροσκάφος F-4 Phantom στις εκδόσεις B/C/D, εφαρμόστηκε αρχικά η λύση των ειδικών ατρακτιδίων (Gun Pods του τύπου SUU-23 των 20 χιλ.), μέχρι η McDD να σχεδιάσει και να κατασκευάσει την «απόλυτη» έκδοση του θρυλικού Phantom, την “Ε”, που έφερε το πυροβόλο Μ61 Vulcan των 20 χιλ.
Μέσα από αυτή την πραγματικότητα, τόσο η USAF όσο και το US Navy αντιλήφθηκαν ότι έπρεπε άμεσα να αλλάξει και ο τρόπος εκπαίδευσης των πληρωμάτων. Έτσι, η εκπαίδευση επανασχεδιάστηκε ταχύτατα και δόθηκε πλέον προτεραιότητα στους ελιγμούς μάχης ACM (Air Combat Maneuvers), οι οποίοι μέχρι τότε είχαν υποβαθμιστεί, καθώς και στην εναέρια αντιπαράθεση 1vs1, που είχε ατονήσει υπό την ψευδαίσθηση ότι οι αερομαχίες θα κρίνονταν από μακριά με τη χρήση πυραύλων αέρος-αέρος. Παράλληλα, δόθηκε έμφαση στις τακτικές DAC (Dissimilar Air Combat). Παραδοσιακά, έως τότε, οι ιπτάμενοι λάμβαναν εκπαίδευση εναέριας μάχης εναντίον παρόμοιων αεροσκαφών.
Για παράδειγμα, οι πιλότοι των μονοθέσιων Vought F-8 Crusader σπάνια εκπαιδεύονταν εναντίον των διθέσιων F-4 Phantom II και σχεδόν ποτέ εναντίον επιθετικών αεροσκαφών όπως τα A-4 Skyhawk, τα οποία σε καμία περίπτωση δεν εντάσσονταν σε επίσημα προγράμματα εκπαίδευσης. Αυτή η έλλειψη ετερογενούς εκπαίδευσης στοίχισε ακριβά στις αερομαχίες με τα MiG πάνω από τη Νοτιοανατολική Ασία. Έτσι, δόθηκε έμφαση στην εκπαίδευση εναντίον διαφορετικών τύπων μαχητικών και ιδίως εναντίον επιθετικών, ευέλικτων αεροσκαφών.
Αποτέλεσμα ήταν να αλλάξει ριζικά η νοοτροπία της Επιχειρησιακής Εκπαίδευσης OTC (Operational Training Course) για τους νέους ιπτάμενους της USAF και, κατ’ επέκταση, των χειριστών Phantom. Το πρόγραμμα OTC διάρκειας περίπου 26 εβδομάδων, είχε ως σκοπό την εκπαίδευση πληρωμάτων μάχης πριν την ένταξή τους σε επιχειρησιακές μονάδες και ακολουθούσε ως δεύτερο στάδιο μετά την ολοκλήρωση της Προπτυχιακής Εκπαίδευσης Πιλότου UPT (Undergraduate Pilot Training).
Η Επιχειρησιακή Εκπαίδευση OTC επαναξιολογήθηκε και αναβαθμίστηκε με ένα εξαντλητικό πρόγραμμα, το οποίο ενσωμάτωνε τα παραπάνω διδάγματα και τακτικές, ώστε οι νέοι ιπτάμενοι να είναι έτοιμοι για τις πραγματικές συνθήκες μάχης που θα αντιμετώπιζαν. Η καινοτομία, ωστόσο, ήταν ότι όλοι ανεξαιρέτως οι εν ενεργεία ιπτάμενοι των F-4, ανεξαρτήτως εμπειρίας –ακόμη και όσοι είχαν προηγούμενη μάχιμη θητεία στη Νοτιοανατολική Ασία– μετεκπαιδεύονταν πλέον σε αυτές τις τακτικές μέσω δίμηνων «ειδικών» επιχειρησιακών προγραμμάτων συμπληρωματικής προχωρημένης εκπαίδευσης, τα SOTC (Special Operational Training Course, F-4/Ειδική Επιχειρησιακή Εκπαίδευση F-4).
Τα SOTC αποτέλεσαν μια νέα μορφή προχωρημένης επιχειρησιακής εκπαίδευσης, που εφαρμόστηκε στα τέλη του πολέμου του Βιετνάμ, με στόχο να αναβαθμίσει ουσιαστικά την ποιότητα και την αποτελεσματικότητα των πιλότων μαχητικών αεροσκαφών, όπως του F-4 Phantom. Επρόκειτο για εντατικά δίμηνα προγράμματα, στα οποία συμμετείχαν όλοι οι εν ενεργεία χειριστές, ανεξαρτήτως εμπειρίας ή προηγούμενης μάχιμης θητείας.
Σε αντίθεση με το βασικό OTC, που παρείχε την αρχική επιχειρησιακή εκπαίδευση σε νέους ιπτάμενους, τα SOTC σχεδιάστηκαν για να προσφέρουν προχωρημένη και εξειδικευμένη μετεκπαίδευση, εστιάζοντας σε σύγχρονες τακτικές εναέριας μάχης, ηλεκτρονικό πόλεμο, αποστολές υψηλής επικινδυνότητας και ρεαλιστικά σενάρια μάχης. Τα μαθήματα και οι ασκήσεις βασίζονταν άμεσα στα διδάγματα του πολέμου στη Νοτιοανατολική Ασία, ανανεώνοντας ριζικά τη φιλοσοφία της επιχειρησιακής εκπαίδευσης της USAF.
Τα SOTC δεν απευθύνονταν μόνο σε νέους πιλότους αλλά κυρίως σε έμπειρα πληρώματα, ενταγμένα ήδη σε μοίρες μάχης, με σκοπό την ομογενοποίηση του επιπέδου επιχειρησιακής ετοιμότητας και την πλήρη ενσωμάτωση στις νέες τακτικές και απαιτήσεις του σύγχρονου αεροπορικού πολέμου. Ήταν ένα ουσιαστικό βήμα για την «αναγέννηση» της αεροπορικής ισχύος των Ηνωμένων Πολιτειών σε μια εποχή μεγάλων στρατηγικών προκλήσεων.
Αυτό το εκπαιδευτικό έργο το ανέλαβαν επιλεγμένοι «μπαρουτοκαπνισμένοι» διακεκριμένοι αεροπόροι, βετεράνοι των εναέριων μαχών στη Νοτιοανατολική Ασία, οι οποίοι επάνδρωσαν τις νέες σχολές NFWS (Navy Fighter Weapons School), γνωστή ως Top GUN για το Ναυτικό, τη FWS (Fighter Weapons School) για την Αεροπορία, τις μοίρες Aggressors που δημιουργήθηκαν λίγο αργότερα, καθώς και τα κέντρα εκπαίδευσης στις Πτέρυγες Μάχης των ΗΠΑ. Σκοπός τους ήταν να μεταδώσουν στους νέους αλλά και τους έμπειρους ιπτάμενους, τα πολύτιμα διδάγματα που είχαν αποκομίσει από τις αερομαχίες στη ΝΑ Ασία, μέσω των προγραμμάτων εκπαίδευσης OTC και SOTC.
Αυτή ακριβώς η «συνθήκη» μάχης μεταφέρθηκε και στην εκπαίδευση των Ελλήνων αεροπόρων, που στάλθηκαν στις ΗΠΑ για να εκπαιδευτούν στο θρυλικό Phantom στην αεροπορική βάση Homestead στη Φλόριντα. Το πρόγραμμα εκπαίδευσης των Ελλήνων ιπταμένων χαρακτηρίστηκε ως «αναβαθμισμένο». Ο λόγος ήταν πως είχε μεγαλύτερη διάρκεια από τα προβλεπόμενα προγράμματα εκπαίδευσης για μετάβαση στα Phantom, καθώς είχε προσαρμοστεί στα πρότυπα των δίμηνων αυτών Special Operational Training Course F-4, νέα τότε υποχρεωτικά προγράμματα ειδικής μετεκπαίδευσης των πληρωμάτων F-4 της USAF (Homestead archives).
Αντίθετα, για τους νεοεισερχόμενους χειριστές συμμάχων στα αεροσκάφη F-4, η USAF είχε καθιερώσει το τυποποιημένο εκπαιδευτικό πρόγραμμα μετατροπής, το CTC (Conversion Training Course F-4/Εκπαιδευτικό Μάθημα Μετατροπής), διάρκειας περίπου 16 εβδομάδων. Το πρόγραμμα αυτό είχε ως σκοπό να προσφέρει την απαραίτητη «transition phase», δηλαδή τη μεταβατική φάση εκπαίδευσης για χειριστές που προέρχονταν από άλλο τύπο αεροσκάφους και περνούσαν στο Phantom. Η εκπαίδευση περιελάμβανε βασικό πρόγραμμα όπως εξοικείωση με τις διαδικασίες εδάφους, προσαρμογή σε flight simulator (προσομοιωτή πτήσης), συστήματα του αεροσκάφους, μαθήματα προσανατολισμού, ΠΔΟ (Πτήση Διά Οργάνων), απογειώσεις και προσγειώσεις, ακροβατικά/ελιγμούς, καθώς και βασικά μαθήματα εναέριας μάχης.
Οι Έλληνες ιπτάμενοι, ωστόσο, παρακολούθησαν για πρώτη και μοναδική φορά στην Αεροπορική Βάση Homestead ένα νέο, πιο εξειδικευμένο πρόγραμμα εκπαίδευσης CTC, τόσο ακαδημαϊκής όσο και πρακτικής, πολεμικού σταδίου, διάρκειας 20 εβδομάδων (αντί του τυποποιημένου CTC των 16 εβδομάδων). Το πρόγραμμα περιελάμβανε, πέρα από την αναγκαία «transition phase» στον νέο τύπο αεροσκάφους, αυξημένες ώρες πτήσεων, εξειδικευμένες ασκήσεις, ελιγμούς, τακτικές, βολές εκπαιδευτικών και πραγματικών πυρομαχικών κ.ά. Ήταν σχεδιασμένο έτσι ώστε οι Έλληνες ιπτάμενοι να είναι πλήρως «ετοιμοπόλεμοι» σε κάθε επίπεδο με την ολοκλήρωση της εκπαίδευσης.
Αναφέρει η μελέτη ΑΑ/ΙΙ/72:
«γ. Ἡ Ἀμερικανικὴ Ἀεροπορία ὀφείλει, βάσει τῶν Συμβάσεων Ἐκπαιδεύσεως, νὰ παρέχῃ πάσας τὰς ἀναγκαίας ἱκανότητας, ὥστε τὰ πληρώματα νὰ εἶναι ἐτοιμοπόλεμα καὶ ἱκανὰ νὰ ἀνταπεξέλθωσιν ἀμέσως εἰς πᾶσαν ἀποστολήν».
Για να καταλάβουμε τη διαφορά δυναμικότητας των δύο εκπαιδευτικών προγραμμάτων, σύμφωνα με τα αρχεία της Homestead AFB, κάθε Έλληνας κυβερνήτης έπρεπε, στο «αναβαθμισμένο» CTC των 20 εβδομάδων, να συμπληρώσει 71,8 ώρες πτήσης. Αντίστοιχα, στα τυποποιημένα προγράμματα CTC των 16 εβδομάδων, οι απαιτήσεις για τους κυβερνήτες ήταν μόλις 32,5 ώρες πτήσης.
Επιβεβαιώνεται έτσι πως το ελληνικό πρόγραμμα ήταν ειδικά «αναβαθμισμένο», καθώς στα αρχεία της βάσης Homestead αναφέρεται ρητά ως «Advanced Conversion Training Course F-4». Μετά την ολοκλήρωση των 16 εβδομάδων του τυποποιημένου αλλά ήδη «αναβαθμισμένου» CTC, οι Έλληνες αεροπόροι συνέχιζαν με τέσσερις επιπλέον εβδομάδες ειδικής προχωρημένης εκπαίδευσης πολεμικού σταδίου, προσαρμοσμένο στα πρότυπα των ειδικών προγραμμάτων SOTC της USAF, που είχαν διαμορφωθεί βάσει των πολύτιμων διδαγμάτων του πολέμου στο Βιετνάμ.
Τέτοιο αντίστοιχο πρόγραμμα δεν είχε εκπονηθεί για το ιπτάμενο προσωπικό καμίας άλλης ξένης αεροπορίας στα F-4 μέχρι τότε και δεν επακολούθησε παρόμοιο. Αδιαμφισβήτητη απόδειξη αυτού αποτελεί και το δημοσίευμα της εφημερίδας “TAMPA TRIBUNE” στις 21 Ιουλίου 1974, το οποίο ανέφερε χαρακτηριστικά: «Ο εκπρόσωπος τύπου της USAF στη Homestead AFB δήλωσε ότι το πρόγραμμα που ολοκληρώθηκε από τους Έλληνες πιλότους ήταν πιο “αναβαθμισμένο”, ώστε να γίνουν πιο ικανοί και αποτελεσματικοί στην πτήση των F-4».
Το ίδιο άρθρο επαινούσε και το εκπαιδευτικό επίπεδο των Ελλήνων τεχνικών, όπου –σύμφωνα με το ρεπορτάζ– Αμερικανοί στρατιωτικοί παρατηρητές δήλωναν ότι και οι Έλληνες τεχνικοί είχαν σαφές πλεονέκτημα έναντι των Τούρκων στον τομέα αυτό. Το συγκεκριμένο δημοσίευμα ήταν αφιερωμένο στην αποφοίτηση των Τούρκων πιλότων Phantom από τη McDill AFB στην Tampa της Φλόριντα, μία ημέρα μετά την εισβολή στην Κύπρο, όπου είχαν εκπαιδευτεί στο τυποποιημένο πρόγραμμα CTC της USAF.

Η συμμετοχή των ελληνικών πληρωμάτων σε ένα τέτοιο πρόγραμμα φαίνεται να αποτελούσε απαίτηση της Ελληνικής Αεροπορίας, όπως προκύπτει από τη μελέτη ΑΑ/ΙΙ/72. Η κύρια αιτία φαίνεται να ήταν η πρόθεση του Αρχηγείου Αεροπορίας για την άμεση και πλήρη αξιοποίηση των νέων μαχητικών F-4E, με πληρώματα σε πλήρη ετοιμότητα, ικανά να αναλάβουν κάθε αποστολή – ακόμη και επιχειρήσεις πολεμικού χαρακτήρα. Στόχος ήταν η εναέρια υπεροχή της ΕΑ στην Ανατολική Μεσόγειο, το ταχύτερο δυνατό, αμέσως μετά την ένταξη των πρώτων F-4E στη δύναμη τον Απρίλιο του 1974.

Η επιλογή της Homestead AFB για την εκπαίδευση των Ελλήνων δεν ήταν τυχαία. Οι μοίρες που σταθμεύαν εκεί αποτελούσαν τον βασικό κορμό της «αναγέννησης» των πληρωμάτων F-4 της USAF μετά τις θητείες τους στο θέατρο της Νοτιοανατολικής Ασίας.
Ήδη από τις αρχές του 1969, οι μοίρες της Αμερικανικής Αεροπορίας που είχαν επιστρέψει από αποστολές στο Βιετνάμ με F-100C/D, επανεξοπλίζονταν με F-4E, το οποίο καθιερώθηκε σταδιακά ως η κυρίαρχη έκδοση Phantom στην USAF. Τα πληρώματα των μοιρών αυτών, περνούσαν από τα αναβαθμισμένα προγράμματα ΟTC/SOTC, και επέστρεφαν τις περισσότερες φορές για νέα επιχειρησιακή θητεία στη Νοτιοανατολική Ασία με F-4E, αυτή τη φορά πιο έμπειρα και καλύτερα προετοιμασμένα.

Οι τρεις μοίρες της Homestead AFB, οι 307th «Stingers», 308th «Emerald Knights» και 309th «Wild Ducks» Tactical Fighter Squadrons (TFS), επέστρεψαν από τετραετή θητεία στο Βιετνάμ το 1970 και εξοπλίστηκαν με F-4E όπως προβλεπόταν. Το προσωπικό τους παρακολούθησε όλο το φάσμα των εκπαιδευτικών σχολείων του F-4E από βετεράνους εκπαιδευτές και ανέλαβε για τα επόμενα χρόνια, πλέον το ρόλο εκπαίδευσης μονάδων F-4E Phantom II. Προκειμένου να ανταποκριθούν στις αυξημένες απαιτήσεις των εκπαιδευτικών προγραμμάτων για τα πληρώματα των F-4, οι 307th, 308th και 309th TFS ενισχύθηκαν με έμπειρους βετεράνους εκπαιδευτές από άλλες μονάδες της USAF, οι οποίοι διέθεταν σημαντική επιχειρησιακή εμπειρία πάνω από τη Νοτιοανατολική Ασία. Καμία από τις τρεις μοίρες δεν επιχειρούσε με F-4E Phantom II κατά τη διάρκεια του πολέμου του Βιετνάμ. Όλες εξοπλίστηκαν με το συγκεκριμένο τύπο αεροσκάφους μετά την επιστροφή τους στις Ηνωμένες Πολιτείες και για τα επόμενα χρόνια θα αναλάμβαναν εκπαιδευτικό ρόλο.
Πέρα από τα αμερικανικά πληρώματα, η βάση είχε αναλάβει και την εκπαίδευση συμμαχικών αεροποριών, που είχαν προμηθευτεί την έκδοση “Ε” του Phantom. Η 309th TFS “Wild Ducks”, ήταν εκείνη που ανέλαβε την αποκλειστική ευθύνη για την εκπαίδευση των Ελλήνων ιπταμένων.
Λόγω της φύσης του εξειδικευμένου εκπαιδευτικού προγράμματος «πολεμικού σταδίου» στο οποίο εντάχθηκαν οι Έλληνες ιπτάμενοι, είχαν το προνόμιο να εκπαιδευτούν από τους ίδιους έμπειρους και διακεκριμένους εκπαιδευτές της USAF, πιλότους με θητείες στη ΝΑ Ασία, οι οποίοι είχαν αναλάβει όχι μόνο την επανεκπαίδευση βετεράνων του πολέμου, αλλά και την εποπτεία όλων των εκπαιδευτικών προγραμμάτων Phantom εκείνης της περιόδου. Με άλλα λόγια, οι Έλληνες εκπαιδεύτηκαν όπως θα πολεμούσαν, με τις πλέον σύγχρονες τακτικές της Αμερικανικής Αεροπορίας, από τους ίδιους ανθρώπους που συνέβαλαν στη διαμόρφωση αυτών των τακτικών μέσα από την εμπειρία τους στο πεδίο μάχης.
Κι αυτό δεν αποτελεί υπερβολή. Το καθημερινό πρόγραμμα περιλάμβανε ασκήσεις BFM (Basic Fighter Maneuvers), ACM και ACT (Air Combat Tactics), αμυντικούς ελιγμούς (DM – Defensive Maneuvering), πτήσεις σε υψηλά G, αλλά και αναμετρήσεις 1vs1, 1vs2, 2vs2, καθώς και DAC ή DBFM/DACM (Dissimilar Air Combat Maneuvering) με αντίπαλα αεροσκάφη T-38. Κορυφαία στιγμή των ασκήσεων ήταν οι αποστολές κατά τις οποίες δύο F-4E, επανδρωμένα από Έλληνες σπουδαστές που πετούσαν σόλο, αντιμετώπιζαν σε εναέρια μάχη T-38 Talon χειριζόμενο από εκπαιδευτή της USAF, τόσο σε επιθετικά όσο και αμυντικά σενάρια (πηγή: Homestead Archives).
Αντίθετα, οι Τούρκοι ιπτάμενοι εκπαιδεύτηκαν σε μια μοίρα στην McDill AFB, στη 94th TFS «SPADs» η οποία δεν είχε ποτέ επιχειρησιακή θητεία στη Νοτιοανατολική Ασία. Σύμφωνα με δηλώσεις του διοικητή τους, Απχου (ε.α.) Εργκίν Τζελασίν (Ergin Celasin), σε συνέντευξή του στον τουρκικό Τύπο με αφορμή την επέτειο των 50 χρόνων παρουσίας του Phantom στην ΤΗΚ, το πρόγραμμα που παρακολούθησαν ήταν συμπτυγμένο και περιλάμβανε φάσεις ακαδημαϊκής εκπαίδευσης, εξοικείωσης με τον τύπο και εκπαίδευσης εκπαιδευτών, συνολικής διάρκειας περίπου 4,5 μηνών. Η ομάδα των δέκα Τούρκων εκπαιδευτών αφίχθη στις ΗΠΑ στις 25 Δεκεμβρίου 1973 και ολοκλήρωσε την εκπαίδευσή της μαζί με τους διοικητές, ανήμερα της τουρκικής εισβολής στην Κύπρο στις 20 Ιουλίου 1974. Στο συνολικό διάστημα των σχεδόν επτά μηνών περιλαμβανόταν και δίμηνο ταχύρρυθμο πρόγραμμα εκπαίδευσης στην αγγλική γλώσσα, το οποίο παρακολούθησαν στην Αεροπορική Βάση Lackland, στο Σαν Αντόνιο του Τέξας.
Το πρόγραμμα που παρακολούθησαν οι συνολικά 12 Τούρκοι ιπτάμενοι, αφορούσε την εξοικείωσή τους με το αεροσκάφος F-4E, τον εξοπλισμό ασφαλείας και υποστήριξης, τα συστήματα και τη σωστή εφαρμογή των διαδικασιών κανονικής και έκτακτης λειτουργίας. Όσον αφορά στο πτητικό σκέλος της εκπαίδευσης, ο Ergin Celasin αναφέρει: «Οι δέκα ιπτάμενοι που μας προηγήθηκαν και είχαν τον ρόλο των εκπαιδευτών, αφού ολοκλήρωσαν τα μαθήματα εδάφους, τις πτήσεις σε προσομοιωτή, προσανατολισμό, πτήσεις ΠΔΟ (Πτήση Διά Οργάνων), εισήλθαν στο στάδιο εκπαιδευτών. Εμείς λάβαμε μόνο προσανατολισμό στον τύπο F-4, πτήσεις ΠΔΟ, ασκήσεις απογείωσης-προσγείωσης, ακροβατικά και βασική εναέρια μάχη. Δεν ρίξαμε πυρομαχικά».
Για να γίνει αντιληπτή η διαφορά με το ελληνικό εκπαιδευτικό πρόγραμμα, οι πρώτοι έξι Έλληνες ιπτάμενοι που μετέβησαν στις ΗΠΑ για να στελεχώσουν τις θέσεις εκπαιδευτών, παρακολούθησαν αρχικά το «αναβαθμισμένο» CTC F-4 διάρκειας σχεδόν πέντε μηνών. Στη συνέχεια, εντάχθηκαν στο IPC (Ιnstractor Pilot Cource) διάρκειας επιπλέον δύο μηνών (Homestead Archives). Είχαν παρουσιαστεί στη Homestead AFB τον Αύγουστο του 1973 και επέστρεψαν στην Ελλάδα στα τέλη Μαρτίου 1974. Το πρόγραμμα εκμάθησης αγγλικών είχε ολοκληρωθεί εξ ολοκλήρου στην Ελλάδα, προ της αναχώρησής τους.
«Επιστρέφοντας στην πατρίδα σας θα πρέπει να γνωρίζετε ότι είσαστε οι καλύτερα εκπαιδευμένοι πιλότοι σε όλη την περιοχή, καλύτεροι ακόμη και από τους Ισραηλινούς» κατέληξε στην ομιλία του ο Διοικητής της 31st TFW (Tactical Fighter Wing), Σμήναρχος Aλόνσο Γουόλτερ (Col. Alonzo J. Walter), κατά την εκδήλωση αποχαιρετισμού με το πέρας της εκπαίδευσης της ελληνικής τάξης 74HB στη Ηomestead AFB, αφού πρώτα είχε εξάρει τις υψηλές επιδόσεις όλων των Ελλήνων χειριστών καθ’ όλη τη διάρκεια της εκπαίδευσης τους. Αυτό αναφέρει ο Αντιπτέραρχος (I) ε.α. Σωτήρης Κοντογιάννης, ο πρώτος Μοίραρχος της 339 Μοίρας «ΑΙΑΣ». Η διαπίστωση αυτή, αποδεικνύει τόσο την αξία των Ελλήνων ιπτάμενων όσο και αυτή του ειδικού προγράμματος σπουδών που παρακολούθησαν στις ΗΠΑ.
Κάντε Like στη σελίδα μας στο facebook – ακολουθείστε μας στο X στο linkedin και στο Youtube
