Γράφει ο Δημήτρης Σταθόπουλος
Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1970, η Αυτοκρατορική Ιρανική Αεροπορία (Imperial Iranian Air Force-IIAF) αναδείχθηκε σε μία από τις ισχυρότερες και καλύτερα εξοπλισμένες αεροπορικές δυνάμεις παγκοσμίως, καταλαμβάνοντας την πέμπτη θέση σε συνολική ισχύ.
Με την ένταξη των McDonnell Douglas F-4 Phantom II –ιδιαίτερα της εξελιγμένης έκδοσης F-4E το 1969– καθώς και των υπερσύγχρονων Grumman F-14A Tomcat το 1976, η IIAF αποτέλεσε την πιο τεχνολογικά προηγμένη αεροπορική δύναμη σύμμαχο των ΗΠΑ εκτός ΝΑΤΟ.
Η απόκτηση αυτών των μαχητικών ήταν άμεσο αποτέλεσμα της στρατηγικής πολιτικής των Ηνωμένων Πολιτειών για τη στρατιωτική ενίσχυση της κυβέρνησης του Σάχη Μοχάμεντ Ρεζά Παχλαβί. Το Ιράν θεωρούνταν βασικός πυλώνας της αμερικανικής παρουσίας στον Περσικό Κόλπο και αποτελούσε αντίβαρο στην επιρροή της Σοβιετικής Ένωσης στην ευρύτερη περιοχή. Η στενή διμερής σχέση κατά την περίοδο του Ψυχρού Πολέμου αποτυπώθηκε σε σειρά εκτεταμένων εξοπλιστικών προγραμμάτων, με αιχμή του δόρατος την IIAF του Σάχη.
Στο πλαίσιο αυτού του αμυντικού εκσυγχρονισμού, στις 27 Οκτωβρίου 1976 το Ιράν υπέγραψε αρχικά σύμβαση για την προμήθεια 160 μαχητικών F-16A/B Fighting Falcon της General Dynamics, με ρήτρα επέκτασης για επιπλέον 140 αεροσκάφη, ανεβάζοντας το σύνολο της παραγγελίας στα 300 F-16A/B, καθιστώντας την ιρανική παραγγελία τη μεγαλύτερη διεθνώς για το νέο τότε αμερικανικό μαχητικό 4ης γενιάς.

Το Ιράν δεν ήταν μόνο ο πρώτος πελάτης του F-16 εκτός ΝΑΤΟ, αλλά και ο πρώτος πέρα από τις τέσσερις ευρωπαϊκές πολεμικές αεροπορίες του Βελγίου, της Δανίας, της Ολλανδίας και της Νορβηγίας, οι οποίες αποτέλεσαν τους αρχικούς διεθνείς εταίρους στο πρόγραμμα του F-16. Οι χώρες αυτές συμμετείχαν από κοινού με τις Ηνωμένες Πολιτείες στην ανάπτυξη και παραγωγή του μαχητικού αεροσκάφους της General Dynamics και αναφέρονταν συλλογικά ως European Participating Air Forces (EPAF).
Ανταλλακτικά και εξοπλισμός υποστήριξης είχαν αποσταλεί στο Ιράν ήδη από το 1978, ενώ το προσωπικό εδάφους είχε εκπαιδευτεί στις απαιτήσεις συντήρησης και υποστήριξης του τύπου. Ωστόσο, η Ιρανική Επανάσταση του 1979, η ανατροπή του Σάχη και η εγκαθίδρυση της Ισλαμικής Δημοκρατίας οδήγησαν στην ακύρωση της συμφωνίας, λίγο πριν την προγραμματισμένη παράδοση των πρώτων δύο αεροσκαφών F-16 στην αεροπορία του Ιράν.

Η απόσυρση του Ιράν από το πρόγραμμα είχε σημαντικές οικονομικές συνέπειες για τις ΗΠΑ και τη General Dynamics, καθώς η ακύρωση της μαζικής παραγγελίας ανέβασε το τελικό μοναδιαίο κόστος ανά αεροσκάφος για τους υπόλοιπους πελάτες. Παράλληλα, η επανεκτίμηση των συμφωνιών παραγωγής και υποστήριξης οδήγησε στη διάθεση των αεροσκαφών που είχαν ήδη παραχθεί σε άλλους συμμάχους.
Πολλά από αυτά παραδόθηκαν τελικά στην Ισραηλινή Πολεμική Αεροπορία (Israeli Air Force-IAF). To Iσραήλ είχε κάνει μια αρχική παραγγελία 75 αεροσκαφών F-16A/B στο πλαίσιο του προγράμματος «Peace Marble I». Η παράδοσή τους στο Ισραήλ ήταν προγραμματισμένη στα μέσα του 1981. Ωστόσο, μετά την πτώση του Σάχη και την άνοδο του καθεστώτος του Χομεϊνί στο Ιράν, η προγραμματισμένη αποστολή των 160 F-16 στο Ιράν ακυρώθηκε και οι Αμερικανοί προσέφεραν τα αεροσκάφη στην ΙΑF αρκετούς μήνες νωρίτερα από το προβλεπόμενους χρόνους παράδοσης.
Τα πρώτα τέσσερα F-16, δύο μονοθέσια (μοντέλο A) και δύο διθέσια (μοντέλο B), προσγειώθηκαν στο Ισραήλ στις 2 Ιουλίου 1980. H IAF τα χρησιμοποίησε επιχειρησιακά σε καθοριστικές αποστολές, μεταξύ αυτών και στην επιδρομή κατά του ιρακινού πυρηνικού αντιδραστήρα στο Οσιράκ, το 1981. Ο σχετικός εξοπλισμός υποστήριξης εδάφους της ιρανικής παραγγελίας, πωλήθηκε τελικά στο Πακιστάν μετά την ακύρωση του προγράμματος.
Το πρόγραμμα των F-16 για το Ιράν παραμένει μέχρι σήμερα μία από τις πιο χαρακτηριστικές και λιγότερο γνωστές περιπτώσεις ακύρωσης εξοπλιστικής συμφωνίας στην ιστορία της διεθνούς αμυντικής συνεργασίας.
Κάντε Like στη σελίδα μας στο facebook – ακολουθείστε μας στο X στο linkedin και στο Youtube
