Γράφει ο Αλέξανδρος Μπούφεσης*
Στις 28 Φεβρουαρίου 2026, οι ΗΠΑ και το Ισραήλ εξαπέλυσαν από κοινού τις επιχειρήσεις “Epic Fury” (Επική Οργή) και “Lion’s Roar” (βρυχηθμός του Λέοντα) εναντίον του θεοκρατικού καθεστώτος του Ιράν.
Μέχρι στιγμής, και από ότι έχει γίνει γνωστό, οι ΗΠΑ και το Ισραήλ έχουν χτυπήσει μια πληθώρα Ιρανικών πόλεων, συμπεριλαμβανομένης της πρωτεύουσας Τεχεράνης, ενώ το Ιράν φέρεται να έχει απαντήσει με πυραυλικές προσβολές τόσο το Ισραήλ όσο και αμερικανικές βάσεις στην περιοχή. Οι επιθέσεις έλαβαν χώρα μετά από παρατεταμένες διπλωματικές διαβουλεύσεις των ΗΠΑ, που σαν σκοπό είχαν την ολική παύση του πυρηνικού προγράμματος του Ιράν, καθώς επίσης και τον αφοπλισμό του, με τις συζητήσεις να περιστρέφονται ομοίως και γύρω από το πυραυλικό δυναμικό της χώρας.
Τα χτυπήματα συνέβησαν αφού οι ΗΠΑ προέβησαν σε παρατεταμένη ενίσχυση των δυνάμεων στην περιοχή, με τους αναλυτές να κάνουν λόγο για την μεγαλύτερη συγκέντρωση πολεμικού υλικού στην Μέση Ανατολή από το 2003, πριν δηλαδή οι Αμερικανοί εκκινήσουν την επιχείρηση “Iraqi Freedom”, δηλαδή τον Δεύτερο Πόλεμο του Κόλπου.
Δια μέσου της συγκέντρωσης μιας πρωτοφανούς δύναμης εκστρατείας, που περιλαμβάνει χερσαία και εναέρια μέσα, δυνάμεις αντιπυραυλικής άμυνας, όπως Patriot και THAAD, καθώς και μιας τεράστιας αρμάδας πλοίων επιφανείας και δύο αεροπλανοφόρων (USS Abraham Lincoln και USS Gerald Ford), ο προφανής σκοπός του προέδρου Τραμπ ήταν η επί της ουσίας άνευ όρων παράδοση του Ιράν, το οποίο αναμενόταν να “λυγίσει” κάτω από αυτήν την επίδειξη αποτροπής.
Η έναρξη των επιχειρήσεων, ωστόσο, αποκάλυψε από τα πρώτα κιόλας στάδια την έλλειψη ρεαλιστικών Αντικειμενικών Στόχων της συμμαχίας, ενώ αφήνει ανοιχτά ενδεχόμενα που δύνανται να οδηγήσουν στην πτώση του καθεστώτος των Μουλάδων και στην δημιουργία κενού ισχύος, που αναμένεται να εκμεταλλευτεί η Τουρκία για να αυξήσει την επιρροή της στην Μέση Ανατολή, εις βάρος της περιφερειακής ασφάλειας του Ισραήλ.
Με τα μέχρι τώρα δεδομένα, μπορεί να φαίνεται απίθανη μια χερσαία επέμβαση στο Ιράν, αλλά ο πρόεδρος Τραμπ στο διάγγελμά του έκανε λόγο για “Αμερικανικές ζωές που μπορεί να χαθούν” χωρίς να προσδιορίζει αν αυτό συμβεί στο πλαίσιο παράπλευρων απωλειών και κατόπιν πλήγματος εναντίον των Αμερικανικών βάσεων στην περιοχή ή ως αποτέλεσμα χερσαίων επιχειρήσεων, που μπορεί να περιλαμβάνουν επιδρομές τύπου Βενεζουέλας.
Είναι εύκολο να αποδώσουμε τις απανωτές πολεμικές επιχειρήσεις των ΗΠΑ στην εκκεντρική αντίληψη του Τραμπ περί στρατιωτικού αποτυπώματος των ΗΠΑ στον κόσμο, αν λάβουμε υπόψη μας όμως το περίφημο “Δόγμα Τραμπ” και διαμέσου αυτού του πρίσματος, μπορούμε να εξηγήσουμε, όπως και να προβλέψουμε πολλά γύρω από τις δυσοίωνες και παρατεταμένες πολεμικές εμπλοκές των ΗΠΑ που αναμένεται να ακολουθήσουν, κυρίως στο θέατρο Ασίας Ειρηνικού.
Πέρα από την Βενεζουέλα και το Ιράν: Το “Δόγμα Τραμπ” ως προάγγελος παρατεταμένης στρατιωτικής αναμέτρησης
Ήδη από την πρώτη θητεία του, ο πρόεδρος Τραμπ είχε δείξει δείγματα γραφής που αντικατόπτριζαν την αντίληψή του περί περιφερειακής ισχύος και άμεσης απεμπλοκής από παραδοσιακά φρούρια των ΗΠΑ, όπως η Ευρώπη και η Μέση Ανατολή. Από την μία και ως συνέχιση του “Δόγματος Ομπάμα” για τον πόλεμο εναντίον του Ισλαμικού Κράτους στην Συρία και το Ιράκ, ο Τραμπ συνέχισε την εκτεταμένη εφαρμογή του λεγόμενου “Αφγανικού Μοντέλου”, δηλαδή την ανάθεση των χερσαίων επιχειρήσεων σε αντιπροσώπους των ΗΠΑ στην περιοχή, που δεν ήταν άλλοι από τους Κούρδους του YPG στην Συρία.
Η εφαρμογή του εν λόγω δόγματος, συνέχισε να προκαλεί τον Ερντογάν και την Τουρκία, που θεωρεί τους Κούρδους του YPG ως το alter ego του PKK στην Συρία. “Βαφτίζοντας το κρέας ψάρι” και αλλάζοντας το όνομα του YPG σε SDF (Syrian Democratic Forces), αφού πρώτα διανθίστηκε με την συμμετοχή αραβικών στοιχείων εκτός πλαισίου του Ελεύθερου Συριακού Στρατού, που χρηματοδοτούσε εκτεταμένα η Άγκυρα, ήδη από την εποχή Ομπάμα, ούτε έπεισε την Τουρκία, ούτε έκαμψε τις αντιδράσεις της γύρω από τις δραστηριότητες του SDF, που θεωρούσε απώτερο σκοπό των οποίων την δημιουργία αυτόνομου Κουρδικού κράτους στην Συρία, με ότι αυτό θα συνεπαγόταν αν το PKK προέβαινε σε αντίστοιχες ενέργειες στις Κουρδικές περιοχές της Τουρκίας.
Ο πρόεδρος Τραμπ, όμως, δεν άργησε να διαφοροποιηθεί από τον προκάτοχό του, όταν φαινομενικά κάτω από πιέσεις του Ερντογάν ενέδωσε και τράβηξε τις Αμερικανικές δυνάμεις από την Συρία, αφήνοντας τους Κούρδους εκτεθειμένους στην μήνη της Τουρκίας, που εξαπέλυσε σχεδόν αμέσως την επιχείρηση Peace Spring, εναντίον των Κούρδων, ανατολικά του Ευφράτη αυτή την φορά.
Επιτρέποντας στον Ερντογάν να επιχειρεί “Ελέω Θεού” εναντίον των πιο πιστών και αποτελεσματικών συμμάχων των ΗΠΑ εναντίον του ISIS και να εκτοπίζει Κουρδικούς πληθυσμούς της Rojava (Κουρδικής Συρίας) αλλοιώνοντας δημογραφικά την περιοχή, δεν ήταν αποτέλεσμα ούτε του lobbying της Τουρκίας στις ΗΠΑ ούτε της “πειθούς” του Τούρκου προέδρου σε έναν φαινομενικά αμφιταλαντευόμενο νέο Αμερικανό πρόεδρο. Ήταν τα πρώτα βήματα της διάρθρωσης του λεγόμενου “Δόγματος Τραμπ”, σύμφωνα με το οποίο οι σύμμαχοι των ΗΠΑ, τόσο σε Ευρώπη όσο και Μέση Ανατολή καλούνταν να αναλάβουν οι ίδιοι την περιφερειακή τους ασφάλεια καθώς η Αμερική αναμενόταν να αποσυρθεί σταδιακά στο μέλλον από τα παραδοσιακά της προπύργια, είτε λόγω της επικράτησης μιας απομονωτικής τάσης είτε λόγω της ανάγκης απερίσπαστης εστίασης σε άλλα κρίσιμα μέτωπα.
Το “Bromance” ή “Special Relationship” μεταξύ των προέδρων Τραμπ και Ερντογάν εμπίπτει στο εν λόγω πλαίσιο, που σχεδόν απαιτεί την υποστήριξη ηγετών με σιδερένια πυγμή και επιρροή στην περιοχή, όπως αυτή που ασκεί ο Ερντογάν από την Λιβύη στην Ανατολική Μεσόγειο και από τον Νότιο Καύκασο μέχρι την Συρία, ανατρέποντας συνεχώς προσωρινές συμμαχίες, όπως αυτήν με την Ρωσία, γυρίζοντας μοιραία κάθε φορά το γεωπολιτικό παιχνίδι υπέρ του, όπως έγινε στις προαναφερθείσες περιοχές.
Με άλλα λόγια, δίνοντας τα κλειδιά της Μέσης Ανατολής στον Ερντογάν, αν και σιωπηρά αναγνωρίζοντας τον ανταγωνισμό ισχύος μεταξύ του Ισραήλ και της Τουρκίας, που θα ακολουθήσει αν οι ΗΠΑ αποτραβηχτούν από την περιοχή, ο Τραμπ εξασφαλίζει ολοένα και περισσότερο την απερίσπαστη παρουσία της Αμερικής σε περιοχές άμεσης προτεραιότητας.
Αποτέλεσμα της παγκόσμιας εφαρμογής του “Δόγματος Τραμπ” είναι η προσέγγιση της Ρωσίας μέσω της λεγόμενης τακτικής “Reverse Kissinger”, για την οποία ο γράφων είχε ήδη κάνει λόγο στο άρθρο του “Απόλυτο Σχέδιο Τραμπ: Διάρρηξη του άξονα Ρωσίας-Κίνας-Ιράν, με φόντο το βαθύ κράτος”. Προσεγγίζοντας τον Πούτιν και τάζοντας του περιοχές στην Ουκρανία, όπως το Ντονμπάς, ο Τραμπ προσπαθεί να εισέλθει σαν σφήνα στον Σινό-Ρωσικό άξονα, μια καινοτόμα διπλωματική προσέγγιση, η οποία αναιρεί την μέχρι προσφάτως πολιτική της διπλής ανάσχεσης της Ρωσίας και της Κίνας.
Την ίδια στιγμή και μέσα από αφόρητες πιέσεις στους Ευρωπαίους συμμάχους του ΝΑΤΟ, ο Τραμπ δηλώνει με τρόπο απερίφραστο πως οι ΗΠΑ δεν εγγυώνται πλέον την Ευρωπαϊκή ασφάλεια αν ο Πούτιν ή ενδεχομένως κάποιος σκληροπυρηνικός διάδοχός του, από τις δομές ισχύος της Ρωσίας, τους λεγόμενους “Σιλοβίκι”, επεκτείνουν την εμπλοκή στην Ουκρανία, βάζοντας στόχο για παράδειγμα τις χώρες της Βαλτικής.
Εκείνο που φοβάται όμως ο Τραμπ είναι η δυνατότητα επιτυχούς εμπλοκής των ΗΠΑ στο θέατρο Ασίας-Ειρηνικού στο πλευρό της Ταιβάν. Σύμφωνα με αναλυτές, όπως ο Franz-Stefan Gady, στο βιβλίο του “How the United States Would Fight China, The Risks of Pursuing a Rapid Victory”, υπογραμμίζουν την τρωτότητα των ΗΠΑ στον Ειρηνικό και συγκεκριμένα κάνουν λόγο για έλλειψη ναυτικών δυνάμεων ακόμα και όπλων μακράς εμβέλειας και ακριβείας των ΗΠΑ, που αντιμετωπίζουν το ενδεχόμενο μιας επιτηδευμένης και σχεδιασμένης από την Κίνα παρατεταμένης εμπλοκής.
Εκείνο όμως που ξεχωρίζει είναι το ενδεχόμενο οι ΗΠΑ να μην μπορούν να παρατάξουν πάνω από τρεις ομάδες αεροπλανοφόρων στον Ειρηνικό, ως αποτέλεσμα της δημιουργίας πολλαπλών μετώπων ανάφλεξης, ειδικά στον Παγκόσμιο Νότο, εκεί που η Κίνα μπορεί να δημιουργήσει στρατιωτικούς αντιπερισπασμούς. Υπό αυτό το πρίσμα, αν δεν αποκοπεί η επιρροή της Κίνας από τα καθεστώτα του Παγκοσμίου Νότου, τότε οι ΗΠΑ αντιμετωπίζουν πολλαπλές εμπλοκές με τις δυνάμεις τους διασπαρμένες, στην κυριολεξία στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα.
Το ενδεχόμενο αυτό η κυβέρνηση Τραμπ δεν απέκρυψε ποτέ, ειδικά στην διάρκεια των πολεμικών προετοιμασιών για την επιχείρηση Absolute Resolve κατά της Βενεζουέλας, που οδήγησε στην σύλληψη Μαδούρο, με Αμερικανούς αξιωματούχους να κάνουν λόγο για επιρροή της Κίνας στην “γειτονιά” των ΗΠΑ. Ομοίως και στην περίπτωση της ρητορικής, που σχετίζεται με την προσάρτηση της Γροιλανδίας, “αν δεν την πάρουμε εμείς, θα την πάρει η Ρωσία και η Κίνα”, φαίνεται ξεκάθαρα πόσο οι ΗΠΑ δίνουν έμφαση στον ανταγωνισμό ασφαλείας στον Αρκτικό Κύκλο, που απορρέει τόσο από τις χώρες που έχουν δικαιωματικά θέση (Ρωσία), όσο και από αυτές που παρά το γεγονός που δεν έχουν (Κίνα), εποφθαλμιούν ωστόσο.
Η μπλόφα του Ιράν, που παρέσυρε τον Αμερικανό Πρόεδρο
Ενόσω ο Τραμπ συνέρρεε δυνάμεις στην Μέση Ανατολή, σαν να ήθελε να εισβάλει σε όλη την Μέση Ανατολή, είχε αναρωτηθεί γιατί το Ιράν δεν έκανε πίσω, γεγονός που υπογραμμίζει τις αρχικές προθέσεις και πεποιθήσεις του να φοβίσει το Ιράν για να επιτευχθεί η πολυπόθητη συμφωνία. Το εξωπραγματικό κόστος συντήρησης μιας τόσο μεγάλης δύναμης εκστρατείας, μαζί με την νοοτροπία του Μπέντζαμιν Νετανιάχου “ας ανατρέψουμε τους Μουλάδες και μετά βλέπουμε” έκλεινε σταδιακά κάθε μέρα την πόρτα της απεμπλοκής των ΗΠΑ από την περιοχή, ώσπου έφτασε στο σημείο να “ρουφήξει” τον Αμερικανό πρόεδρο προς ένα χτύπημα, χωρίς απτούς Αντικειμενικούς Στόχους και χωρίς την δυνατότητα άμεσης απεμπλοκής.
Μοιραία ο πρόεδρος Τραμπ αντιμετωπίζει μια πληθώρα πιθανών εξόδων, με κίνδυνο να επιτύχει μηδενικά οφέλη. Να προβεί σε παρατεταμένους βομβαρδισμούς των πυρηνικών και πυραυλικών εγκαταστάσεων, είναι μια από αυτές, αλλά αν ήθελε κάτι τέτοιο, κυρίως όσον αφορά στα πυρηνικά, πώς η εν λόγω εκστρατεία είναι διαφορετική από την Midnight Hammer του Ιουνίου, και κυριότερα, γιατί δεν “τελείωσε” το Ιράν τον Ιούνιο του 2025;
Η απάντηση σε αυτό έγκειται στην ίδια της ματαιοδοξία του στρατιωτικού σκέλους του “Δόγματος Τραμπ” που προβλέπει εξωπραγματική δύναμη πυρός και επίδειξη εξωτικών τεχνολογιών (ένα από αυτά είναι το ηχητικό “υπερόπλο” που φέρεται να χρησιμοποίησαν οι Αμερικανικές δυνάμεις εναντίον της φρουράς του Μαδούρο στην Βενεζουέλα) χωρίς η Αμερική να βυθίζεται στην περιδίνηση εκτεταμένων στρατιωτικών εκστρατειών. Όσοι τον προειδοποίησαν πως το Ιράν δεν θα ήταν εύφορο έδαφος για το συγκεκριμένο δόγμα, προφανώς και δεν εισακούσθηκαν.
Η άλλη επιλογή του Αμερικανού προέδρου είναι να πάει “all in” που λένε, παίζοντας το παιχνίδι μέχρι τέλους και να ρισκάρει είτε σύλληψη του Χαμενεΐ μέσα στο Ιράν είτε ευρύτερες χερσαίες αναμετρήσεις. Και τα δύο σενάρια είναι τόσο ουτοπικά όσο και καταστροφικά για τις εμπλεκόμενες Αμερικανικές δυνάμεις και σίγουρα όσο και να εξηγήσει τον τρόπο σκέψης του μέσα στις ΗΠΑ, ουδείς πρόκειται να καταλήξει στην ίδια θεώρηση της ανάσχεσης του “εξ ανατολών” κινδύνου.
Είναι προφανέστατο πως ο Νετανιάχου κάνει τα ίδια λάθη, επαναλαμβάνοντας το “πάμε και όπου βγει” του Ιουνίου, βασιζόμενος σε έναν πιθανό εκτοπισμό του θεοκρατικού καθεστώτος εκ των έσω. Σε σχετικό άρθρο με τίτλο “Ιράν 2025-Όπως Λίβανος 2006: Το Ισραήλ έρμαιο της ουτοπίας των Αντικειμενικών Σκοπών που θέτει”, ο γράφων είχε εξηγήσει την ουτοπία των επιχειρήσεων. Το ερωτήματα, όμως, που τίθενται τώρα είναι τα εξής: Ήταν αναγκαίο ο πρόεδρος Τραμπ να ακολουθήσει τις αυταπάτες του Ισραηλινού πρωθυπουργού; Κατά πόσο αποφασισμένος είναι να εμπλέξει ότι έχει και δεν έχει σε μια ανατροπή του καθεστώτος και αν αυτό δεν επιτύχει, ένας ενδεχόμενος και όπως όπως συμβιβασμός με το καθεστώς, που θα του επιτρέψει να παρουσιάσει τα χτυπήματα σαν πρόσκαιρη νίκη, δικαιολογώντας τον όγκο των στρατευμάτων, τα έξοδα, τις προετοιμασίες και τις προσδοκίες θα είναι αρκετός για να ψαλιδίσει την επιρροή της Κίνας στο Ιράν;
Το πιο εφιαλτικό σενάριο, όμως, είναι η περαιτέρω αποδυνάμωση ή η ολική ανατροπή του ίδιου του καθεστώτος. Όπως προειδοποίησε ο Ναφτάλι Μπένετ, “Η Τουρκία είναι το νέο Ιράν”, γεγονός που αντικατοπτρίζεται και σε μελέτη του γράφοντος με τίτλο: “The Elevated Role of Turkey in the Middle East”. Παρά τις ανησυχίες Φιντάν για πιθανή αποσταθεροποίηση της περιοχής κατόπιν κατάρρευσης του καθεστώτος στο Ιράν, παρουσιάζεται μια μοναδική ευκαιρία στην Τουρκία, όταν κατακαθίσει η σκόνη, να αναδειχθεί σε περιφερειακό ηγεμόνα της Μέσης Ανατολής, την αποκορύφωση δηλαδή της προετοιμασίας του Ερντογάν γι’αυτόν ακριβώς τον ρόλο ήδη από την πρώτη θητεία Τραμπ.
Περαιτέρω αποδυνάμωση των Μουλάδων, που ξεκίνησε από την παράλυση της Χεζμπολάχ και την πτώση του Άσαντ οδηγώντας τον αλ-Σαράα στην εξουσία, μπορεί κάλλιστα να συνδυαστεί με ένα νέο κύμα Σουνιτικής αυτή την φορά τρομοκρατίας, επιδοτούμενο από τον Ερντογάν, εις βάρος της ασφάλειας του Ισραήλ, ενδεχόμενο το οποίο ο Νετανιάχου είτε δεν βλέπει είτε το τοποθετεί στην σφαίρα του “θα δούμε”. Κάτι τέτοιο θα αποτελούσε το επιστέγασμα των αλυσιδωτών επιτυχιών του Τούρκου προέδρου στην περιοχή και ανάδειξή του στον απόλυτο υπερασπιστή της Σουνιτικής Ούμα (θρησκευτικής κοινότητας), χωρίς να γίνεται λόγος φυσικά για τις ανανεωμένες διαθέσεις του στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο, απουσίας του σταθεροποιητικού διπλωματικού ρόλου των ΗΠΑ και της Δύσης, που ήδη τον έχουν τοποθετήσει στο απυρόβλητο, κλείνοντάς του-προς το παρόν-την πόρτα των F-35 από την μία και ανοίγοντάς του αυτήν των Eurofighters από την άλλη.
Όλα τα παραπάνω σενάρια εμπίπτουν στο νέο δόγμα των ΗΠΑ για την Μέση Ανατολή, που υπαγορεύει επίλυση των χρόνιων προβλημάτων ασφαλείας για συμμάχους, όπως το Ισραήλ μαζί με μια αναδιανομή περιφερειακών ρόλων, που μπορεί να αναβαθμίσει την Τουρκία του Ερντογάν σε μια νέα ηγετική θέση, εις βάρος της μελλοντικής ασφάλειας του Ισραήλ.
Εντούτοις ο απερίσκεπτος και κενός σε Αντικειμενικούς Στόχους διεξαγωγής των επιχειρήσεων μπορεί ενδεχομένως είτε να εμπλέξει τις ΗΠΑ σε καταστροφικές χερσαίες επιχειρήσεις ή σε μια όπως όπως συμφωνία με το Ιράν, που θα επιτρέψει στον Τραμπ να παρουσιάσει την εκστρατεία ως μια άλλη ακόμα νίκη.
Η αμεσότητα επίλυσης των προβλημάτων, που απορρέει από την ίδια την ανάγκη “ψαλιδίσματος” της γεωπολιτικής εμβέλειας της Κίνας στον Παγκόσμιο Νότο, όσο επιτακτική και αν ακούγεται δεν δικαιολογεί “νευρικές” στρατιωτικές κινήσεις με αμφίβολους στόχους και αποτελέσματα. Ειδικά αν αυτά τα αποτελέσματα ενισχύουν προοπτικές ολικής ανατροπής του Status Quo τόσο στην Μέση Ανατολή όσο και στην Ανατολική Μεσόγειο.
*Ο Αλέξανδρος Μπούφεσης είναι κάτοχος Msc in International Security Studies (London Metropolitan University) και PgC in International Security Studies (St Andrews)! Είναι ο συγγραφέας των βιβλίων “Οι Θεοί του Πολέμου” και “Άρχων” που κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Λιβάνη, καθώς και των υπό έκδοση τίτλων “Operations Odyssey Dawn and Unified Protector 2011” και “China’s Military Modernization, Assessing China’s Weapons and Strategic Reach in the Early 21st Century”. Έχει υπάρξει συνεργάτης των περιοδικών Στρατηγική και Επίκαιρα και άρθρα του δημοσιεύονται στις σελίδες Obscure Histories και Army History.
Κάντε Like στη σελίδα μας στο facebook – ακολουθείστε μας στο X στο linkedin και στο Youtube
