Γράφει ο Δημήτρης Σταθόπουλος
Μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, οι ΗΠΑ, η Βρετανία και η Σοβιετική Ένωση διαίρεσαν τη Γερμανία και κατά συνέπεια και το Βερολίνο σε ζώνες κατοχής. Οι Δυτικοί Σύμμαχοι (ΗΠΑ, Ηνωμένο Βασίλειο και Γαλλία) έλεγχαν τα δυτικά τμήματα της πόλης, ενώ η Σοβιετική Ένωση τον ανατολικό τομέα.
Δυόμισι εκατομμύρια Βερολινέζοι, κατανεμημένοι σε τέσσερις ζώνες κατοχής, αντιμετώπιζαν σοβαρές ελλείψεις. Η κατεστραμμένη πόλη βρισκόταν αντιμέτωπη με έντονες στερήσεις στη στέγαση, τη θέρμανση και τη σίτιση, ενώ η μαύρη αγορά γνώριζε άνθηση. Παρ’ όλες τις δυσκολίες, το Βερολίνο εξελίχθηκε σε προκεχωρημένο φυλάκιο του δυτικού αγώνα ενάντια στη σοβιετική επιρροή.
Καθώς οι σχέσεις μεταξύ Δυτικών και Σοβιετικών ψυχραίνονταν, η παραμονή των Δυτικών Συμμάχων στο Βερολίνο τέθηκε υπό αμφισβήτηση.

Η κρίση κορυφώθηκε στις 24 Ιουνίου 1948, όταν η ΕΣΣΔ επέβαλε ολοκληρωτικό αποκλεισμό του Δυτικού Βερολίνου σε αντίδραση στην ενοποίηση των δυτικών τομέων και την κυκλοφορία του Deutsche Mark. Οι σοβιετικές αρχές απάντησαν με παρόμοια μέτρα στη δική τους ζώνη. Εκτός από την έκδοση δικού τους νομίσματος, του Ostmark, οι Σοβιετικοί απέκλεισαν κάθε χερσαία και πλωτή πρόσβαση στην πόλη, επιχειρώντας να εξαναγκάσουν τους Δυτικούς σε υποχώρηση. Στόχος ήταν να αναγκάσουν τους Δυτικούς να εγκαταλείψουν το Βερολίνο και ενδεχομένως να αποκτήσουν τον πλήρη έλεγχο της πόλης.
Οι ΗΠΑ και το Ηνωμένο Βασίλειο διέθεταν περιορισμένες επιλογές σε περίπτωση σύγκρουσης, καθώς ο Κόκκινος Στρατός, με ισχυρή παρουσία γύρω από το Βερολίνο, υπερείχε αριθμητικά λόγω της αποστράτευσης των Δυτικών μετά τον πόλεμο.

Παρά την επιδίωξη ειρηνικής λύσης, οι ΗΠΑ μετέφεραν στο Ηνωμένο Βασίλειο βομβαρδιστικά B-29, ικανά να φέρουν πυρηνικά. Η έναρξη της αερογέφυρας ήταν δύσκολη, ενώ οι Δυτικοί ζήτησαν διαπραγματεύσεις. Οι Σοβιετικοί πρότειναν άρση του αποκλεισμού με αντάλλαγμα την απόσυρση του Deutschemark από το Δυτικό Βερολίνο.
Οι μόνες συνδέσεις που απέμεναν στους Δυτικούς Συμμάχους με το Βερολίνο ήταν εναέριοι διάδρομοι ανεφοδιασμού, μέσω των οποίων μπορούσαν να τροφοδοτήσουν την πόλη από αέρος. Οι ΗΠΑ ξεκίνησαν την Επιχείρηση Vittles στις 26 Ιουνίου 1948, ενώ το Ηνωμένο Βασίλειο ακολούθησε με την Επιχείρηση Plainfare.

Η αερογέφυρα αποτέλεσε ανθρωπιστική αποστολή, τροφοδοτώντας τον πληθυσμό με τρόφιμα, καύσιμα και φάρμακα, ενώ συγχρόνως μετατράπηκε σε σύμβολο δυτικής αποφασιστικότητας απέναντι στη σοβιετική πίεση. Στο απόγειο της επιχείρησης, προσγειωνόταν ένα αεροσκάφος κάθε 45 δευτερόλεπτα στο αεροδρόμιο Tempelhof.
Τον Σεπτέμβριο του 1948, 300.000 Δυτικοί Βερολινέζοι διαδήλωσαν έξω από το Ράιχσταγκ, ζητώντας την παραμονή της αερογέφυρας και την απόκρουση της σοβιετικής επιρροής. Η λαϊκή στήριξη ενίσχυσε την πολιτική αποφασιστικότητα των Συμμάχων.
Η επιχείρηση διήρκεσε 11 μήνες, κατά τους οποίους μεταφέρθηκαν πάνω από 2,3 εκατομμύρια τόνοι προμηθειών. Η επιτυχία της επιχείρησης και η αντεπίδραση του σοβιετικού αποκλεισμού, που οδήγησε σε ελλείψεις στην Ανατολική Γερμανία, ανάγκασαν τη Μόσχα να άρει τον αποκλεισμό στις 11 Μαΐου 1949.

Η Κρίση του Βερολίνου αποτέλεσε καθοριστική καμπή του Ψυχρού Πολέμου. Εδραίωσε τη διαίρεση της Ευρώπης, επιτάχυνε τη σύσταση του ΝΑΤΟ και την ίδρυση δύο ξεχωριστών γερμανικών κρατών, της Δυτικής και της Ανατολικής Γερμανίας.
Η αερογέφυρα μετέτρεψε το Βερολίνο από σύμβολο του ναζιστικού παρελθόντος σε προπύργιο της δημοκρατίας και της ελευθερίας, σηματοδοτώντας την πρώτη άμεση αντιπαράθεση Ανατολής–Δύσης στον Ψυχρό Πόλεμο.
Κάντε Like στη σελίδα μας στο facebook – ακολουθείστε μας στο X στο linkedin και στο Youtube
